Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Η συγκλονιστική προσευχή ενός άθεου «Δημοσιεύθηκε εὐρύτατα μιά προσευχή, πού βρέθηκε στό ἀμπέχονο ἑνός Ἀμερικανοῦ στρατιώτη, πού σκοτώθηκε στόν πόλεμο, στή βόρεια Ἀφρική. Προσευχή, βαθειά συγκλονιστική γιατί, μέσα στήν οἰκειότητα τοῦ ὕφους της, φανερώνει τήν ἀνάγκη τήν ὁποία νοιώθει κάποτε καί ὁ νέος ἄνθρωπος νά εἶναι κοντά στό Θεό.

Η συγκλονιστική προσευχή ενός άθεου


«Δημοσιεύθηκε εὐρύτατα μιά προσευχή, πού βρέθηκε στό ἀμπέχονο ἑνός Ἀμερικανοῦ στρατιώτη, πού σκοτώθηκε στόν πόλεμο, στή βόρεια Ἀφρική. Προσευχή, βαθειά συγκλονιστική γιατί, μέσα στήν οἰκειότητα τοῦ ὕφους της, φανερώνει τήν ἀνάγκη τήν ὁποία νοιώθει κάποτε καί ὁ νέος ἄνθρωπος νά εἶναι κοντά στό Θεό.
“Ἄκουσε, Θεέ μου! Ἀκόμα δέν Σοῦ ἔχω μιλήσει. Ὅμως τώρα ἐπιθυμῶ νά Σοῦ πῶ: Τί κάνεις; Μοῦ εἶπαν ὅτι δέν ὑπάρχεις, καί σάν… βλάκας τό πίστεψα. Χθές βράδυ, ἀπό τό βάθος τοῦ κρατήρα μιᾶς ὀβίδας εἶδα τόν οὐρανό Σου. Ἔτσι εἶδα ὅτι μοῦ εἶχαν πεῖ ψέματα. Ἐάν εἶχα διαθέσει τόν ἀπαιτούμενο χρόνο γιά νά κοιτάξω ὅσα ἔφτιαξες, θά εἶχα διαπιστώσει ὅτι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἀρνοῦνται ν᾽ ἀντικρύσουν τήν ἀλήθεια… Εἶναι παράξενο ὅτι μοῦ χρειάσθηκε νά ἔλθω σ᾽ αὐτό τόν καταχθόνιο τόπο γιά νά βρῶ τόν καιρό νά δῶ τό πρόσωπό Σου. Σ᾽ ἀγαπῶ τρομερά, νά τί θέλω νά ξέρης. Σέ λίγο θά γίνη μιά ἀπαίσια μάχη. Ποιός ξέρει; Μπορεῖ νά φθάσω στό σπίτι Σου ἀπόψε! Δέν ὑπήρξαμε σύντροφοι μέχρι τώρα καί ἀναρωτιέμαι, Θεέ μου, ἄν θά μέ περιμένης στήν πόρτα. Μπά, νά πού κλαίω! Ἐγώ νά χύνω δάκρυα; Ἄχ, νά Σέ εἶχα γνωρίσει πιό νωρίς!… Ἐμπρός, πρέπει νά φύγω… Εἶναι παράξενο, ἀπό τή στιγμή κατά τήν ὁποία Σέ συνάντησα δέν φοβᾶμαι νά πεθάνω… Καλή ἀντάμωσι… Γειά σου!”».
Πηγή: (Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Ἡ Προσευχή – Κομποσχοίνι: Πομπός ἀσυρμάτου, ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἀθήνα 2012), Ορθόδοξα Περάσματα

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Πώς η αγάπη γίνεται φως Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα θλιμμένο τσοπανόπουλο. Είχε ένα κοπάδι στο βουνό. Κοντά σ’ ένα πλατάνι ήταν η καλύβα του. Το χειμώνα την έδερνε το χιόνι και το καλοκαίρι τη χτυπούσε ο ήλιος. Το πλατάνι και η γάργαρη βρυσούλα δρόσιζαν το τσοπανόπουλο.

Πώς η αγάπη γίνεται φως


Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα θλιμμένο τσοπανόπουλο. Είχε ένα κοπάδι στο βουνό. Κοντά σ’ ένα πλατάνι ήταν η καλύβα του. 

Το χειμώνα την έδερνε το χιόνι και το καλοκαίρι τη χτυπούσε ο ήλιος. Το πλατάνι και η γάργαρη βρυσούλα δρόσιζαν το τσοπανόπουλο.
Ολημερίς έβοσκε τα πρόβατα του. Το βράδυ διάβαζε κάτι φύλλα. Δεν ήταν παραμύθια. Ήταν οι προσευχές της μάνας του. Όλη τη νύχτα κοίταζε τ’ αστέρια και αναρωτιόταν αν υπάρχει η αν μπορεί να υπάρξει μέσα του κάποιο αστέρι, κάποιο φως. Θα μπορούσε άραγε να γίνει φως και αν ο Θεός που είναι φως δίνει το φως, πως το τσοπανόπουλο ήταν ακόμη θλιμμένο;
Δεν δικαιολογείται, μονολόγησε, να πιστεύω στο φως και να μην είμαι φως. Κάτι πρέπει να κάνω. Σκέφτηκε λοιπόν αν ξεκινήσει να μάθει την τέχνη να γίνει φως. Άφησε το κοπάδι σε ένα φίλο του τσοπάνο και ξεκίνησε το μακρινό ταξίδι του πάνω στο άλογό του. Την πρώτη νύχτα κοιμήθηκε σε μια καλύβα που την είχαν φτιάξει κυνηγοί. Έβγαλε λίγο τυρί και ψωμί από το ταγάρι του και έφαγε. Το πρωί σηκώθηκε και άρχισε να κατηφορίζει την άλλη πλευρά του βουνού που ήταν γεμάτη πλατάνια και θυμάρια. Όλος ο τόπος ευωδίαζε! Το τσοπανόπουλο όμως συνέχισε να ψάχνει τον τρόπο για να γίνει φώς.

Προχωρώντας πιο κάτω, αντίκρισε μια καλύβα όμοια με τη δική του, κάποιος σκάλιζε τον κήπο. Πλησίασε και είδε μια γριούλα.

- Καλημέρα κυρούλα της είπε.
- Καλή στράτα γιόκα μου, του απάντησε. 
- Τι καλό κάνεις;
- Σκαλίζω τις ντοματιές παιδί μου. Μπορεί να με βοηθήσεις λίγο; Μετά χαράς, είπε το παλικάρι και κατέβηκε από το άλογό του.
Αμέσως άρχισε να σκαλίζει το χώμα με ευχαρίστηση. Σε λίγη ώρα ο κήπος ήταν έτοιμος.

- Σ’ ευχαριστώ γιέ μου του είπε η γριούλα. Έλα αν θέλεις να ξεκουραστείς στο φτωχικό μου τώρα.
- Ευχαριστώ μα δεν μπορώ της είπε. Μήπως ξέρεις όμως να μου πεις πως μπορώ να γίνω φώς;

Η γριούλα χαμογέλασε και του είπε. «Προχώρα και βοήθα, και θα βρεις αυτό που θέλεις.» Το παλικάρι την ευχαρίστησε και έφυγε. Στο πρώτο χωριό της βουνοπλαγιάς συνάντησε κατά σύμπτωση κάποιον γεράκο που σκάλιζε τον κήπο του. Βοήθησε πάλι τον γεράκο και εκείνος στην ερώτηση πως θα γίνει φως του είπε το ίδιο. «Προχώρα και βοήθα».
Μπα! Σκέφτηκε. Δυο άνθρωποι μου είπαν το ίδιο. Κάποια σοφία θα κρύβουν αυτά τα λόγια τους. Προχώρησε χαρούμενος στο δρόμο του. Συνάντησε αυτή τη φορά ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Γιατί κλαίς μικρή μου; Της είπε. Κόπηκα και μάτωσε το χέρι μου του απάντησε. Τότε το τσοπανόπουλο έβγαλε το μαντήλι του και περιποιήθηκε το χέρι της μικρής. Τα παιδικά δάκρυα σταμάτησαν και το χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της μικρής.

Το τσοπανόπουλο συνέχισε το ταξίδι του και όπου πήγαινε έδινε βοήθεια σε όποιον μπορούσε. Σε ανθρώπους και ζώα. Ώσπου ξαφνικά μια μέρα, καθώς επέστρεφε στην καλύβα του συναντήθηκε με τον βασιλιά της χώρας που είχε βγει για κυνήγι. Καλό μου παλικάρι γεια χαρά σου. Με τι λούζεσαι και είναι τόσο φωτεινό το πρόσωπό σου, του είπε. Μόνο με νερό πλένομαι του απάντησε.

Κάποιο μυστικό θα κρύβεις του είπε γιατί είσαι ολοφώτεινο. Σε όλη μου τη ζωή ήθελα να είμαι φώς και να έχω φωτεινό πρόσωπο. Δυο ανθρώπους που συνάντησα μου είπαν «Προχώρα και βοήθα» έτσι λοιπόν εγώ αυτό έκανα πάντοτε. Μπράβο σου του είπε. Έγινες φως! Γιατί τι άλλο είναι το φως παρά η αγάπη;

Αφού δεν έχω δικό μου παιδί έλα μαζί μου για να γίνεις διάδοχός μου κάποια ημέρα του είπε. Έπειτα από πολλά χρόνια το τσοπανόπουλο έγινε ένας καλός άρχοντας που δίδασκε στο λαό του την αγάπη που φέρνει το φως. Εδώ τελειώνει το παραμύθι μου. Κοντά του ίσως βρήκαμε και εμείς μια πτυχή της ζωής. Το φως ζητά την αγάπη. Τα δυο μαζί θα μας οδηγήσουν πολύ ψηλα. Ας γίνουμε και εμείς φως και ας σκορπίζουμε την αγάπη!!!

«Ευχαριστούμε τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Δανιήλ Σάπικα για το κείμενο».

Πηγή: Το σταυρουδάκι

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Μια καινούρια χρονιά – ένα πολύτιμο δώρο του Θεού Κύριε ὁ Θεός μας, Ἐσύ πού μέ τή δική Σου ἐξουσία, ἔθεσες τούς χρόνους καί τούς καιρούς, Ἐσύ πού μέ τήν ἄπειρη εὐσπαλχνία καί ἀγαθότητά Σου, μᾶς ἀξιώνεις, νά εἰσέλθουμε στό νέο χρόνο τῆς ἀγάπης σου, εὐλόγησέ τον καί διαφύλαξέ μας σέ εἰρήνη στή διάρκειά του. Συγχώρησε τά λάθη τοῦ χρόνου πού πέρασε καί διατήρησέ μας τό νέο χρόνο καθαρούς.

Μια καινούρια χρονιά – ένα πολύτιμο δώρο του Θεού


Κύριε ὁ Θεός μας,
Ἐσύ πού μέ τή δική Σου ἐξουσία, ἔθεσες τούς χρόνους καί  τούς καιρούς,
Ἐσύ πού μέ τήν ἄπειρη εὐσπαλχνία καί ἀγαθότητά Σου,
μᾶς ἀξιώνεις, νά εἰσέλθουμε στό νέο χρόνο τῆς ἀγάπης σου,
εὐλόγησέ τον καί διαφύλαξέ μας σέ εἰρήνη στή διάρκειά του.
Συγχώρησε τά λάθη τοῦ χρόνου πού πέρασε
καί διατήρησέ μας τό νέο χρόνο καθαρούς.
Φώτισέ μας μέ τό φῶς τῶν θείων Σου ἐντολῶν καί τῆς ἀλήθειάς Σου.
Βάλε μέσα στίς ψυχές μας τό ἅγιό Σου θέλημα
καί ὁδήγησέ μας σέ κάθε καλό καί εὐάρεστο σέ Σένα ἔργο.
Τήν ἁγία μας Ἐκκλησία διαφύλαξέ την μέ τή Χάρη Σου.
Θυμήσου καί τό Ἔθνος μας, πού τόσο δοκιμάζεται. Παιδαγώγησε τή νεότητα.
 Στήριξε τά γηρατειά. Παρηγόρησε τούς ὀλιγόψυχους.
Ἐπανέφερε αὐτούς πού ἔχουν διασκορπιστεῖ.
Αὐτούς πού ἔχουν πλανηθεῖ ἕνωσέ τους πάλι μέ τήν ἁγία Σου Ἐκκλησία.
Σκέπασε μέ τή δύναμή Σου τούς ἱεραποστόλους στά πέρατα τῆς γῆς.
Δώρησε στή γῆ καλό καιρό καί εὐφορία καρπῶν.
Λάλησε σωστά στίς καρδιές τῶν ἀρχόντων μας,
ἐνίσχυσε καί δυνάμωσε αὐτούς
καί τόν κατά γῆ, ἀέρα καί θάλασσα στρατό μας.
Ἄς ἔλθει σέ ἐμᾶς Κύριε, ἡ Βασιλεία Σου,
Βασιλεία ἀγάπης, καλωσύνης, εἰρήνης καί δικαιοσύνης.
Καί ἀξίωσέ μας,
μέ ἕνα στόμα καί μιά καρδιά νά ὑμνοῦμε καί νά δοξάζουμε
τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὄνομά Σου,
τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.“
Πηγή: Χαρούμενοι Αγωνιστές