Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ


ICXCNIKA
Ἀριθμός 5
Κυριακή 29 Ἰανουαρίου 2017
( Β΄Κορ. στ΄16-ζ΄1 )
Διδακτικός καί παραινετικός ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀδελφοί μου, ὅπως πάντα, ἔχοντας πλήρη συναίσθησιν τῆς ἀποστολῆς του, γράφει τήν Β΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολήν του, διδάσκει, νουθετεῖ, συμβουλεύει, οἰκοδομεῖ, πρωτίστως τούς κατοίκους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου, ἀλλά καί ὅλον τόν νέον Ἰσραήλ, ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τόν Χριστιανόν τῆς κάθε ἐποχῆς, ἄρα καί ὅλους ἐμᾶς.
Τί διδάσκει; Ὅτι ὁ κάθε χριστιανός εἶναι «ναός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», κατοικητήριον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί γεννιέται τό ἐρώτημα: Πῶς καί πότε συντελεῖται, γίνεται αὐτό; Κατά τήν τέλεσιν τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος. Ἀπό τήν στιγμήν ἐκείνην ἐνοικοῖ μέσα μας ὁ Χριστός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα.
Ἐν συνεχείᾳ, παραινετικός ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως προείπαμεν. Μᾶς συμβουλεύει καί μᾶς λέγει: Ἀκριβῶς ἐπειδή εἴμαστε ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Μᾶς μιλάει γιά τήν  καθαρότητα καί τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Σέ ἄλλη του ἐπιστολή, γράφοντας τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολήν του, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὀομάζει καθαρότητα τήν ἀπελευθέρωσιν ἀπό τήν ἁμαρτίαν, τήν ἀπέκδυσιν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νά ἐνδυθῇ τόν νέον ἄνθρωπον, «τόν ἀνακαινούμενον κατ’εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν».
Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι ὡς ἄνθρωποι ὅλοι μας ἁμαρτάνομε. Καί τί μᾶς συνιστᾶ; Τήν μετάνοιαν καί τήν κάθαρσιν ἀπό τόν μολυσμόν τῆς σαρκός καί τοῦ πνεύματος. Τί σημαίνει μετανοῶ; Συνειδητοποιῶ τά λάθη μου, τίς ἁμαρτίες μου, πονάω ψυχικά γι’αὐτές, συμμετέχω στό Ἱερό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, ὁπλίζομαι μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ καί προσπαθῶ νά βιώσω τό θέλημα καί τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ στή ζωή μου, καί, βεβαίως, νά μήν ἐπαναλάβω τίς ἁμαρτίες αὐτές.
Τοῦτο ἀπαιτεῖ μεγάλην προσπάθειαν, ἔντονον ἀγῶνα. Ἀγῶνα μέσω τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκομε τόν ἁγιασμόν, τήν ἁγιωσύνην, καί αὐτά ἐπιτυγχάνονται μέ φόβον Θεοῦ, μέ σεβασμόν τῶν θείων Του ἐντολῶν, τῆς θείας διδασκαλίας Του, τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ.
Ἄν θέλομε νά  θυμηθοῦμε σχετικές ἐντολές τοῦ Θεοῦ, θά πρέπει νά ἀνατρέξωμε στούς Μακαρισμούς, ὅπου μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Χριστός μᾶς λέγει: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Μακάριοι, δηλαδή εὐλογημένοι, ὅσοι ἔχουν καθαροί τήν καρδιά τους ἀπό κάθε μουσμόν ἁμαρτίας, διότι αὐτοί θά δοῦν τόν Θεόν. Σέ ἄλλο δέ σημεῖον ὁ Χριστός μᾶς παραγγέλλει «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιος εἰμί».
Καί τώρα τό ἐρώτημα: Πῶς φθάνομε στήν ἁγιωσύνη; Πρωτίστως μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι δεδομένη γιά τόν κάθε ἄνθρωπον. Δέν ἐξαιρεῖ ὁ Θεός κανέαν. Ὅμως θά πρέπει νά συνοδεύεται καί ἀπό τήν προσπάθειαν τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία συνίσταται:
Πρῶτον, στήν ζωντανή καί συνειδητή συμμετοχή τοῦ χριστιανοῦ στήν ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή ζωή (προσευχή, ἐκκλησιασμός, μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μετάνοια, ἐξομολόγησις, Θεία Κοινωνία, ἀγαθά και θεάρεστα ἔργα, κ.ἄ.). Καί Δεύτερον, στήν τήρησι καί φύλαξι τῶν θείων ἐντολῶν, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου πρός τούς μαθητάς Του «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἅγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν».
Ἀδελφοί μου!
Ὁ δρόμος τῆς θεώσεως, τοῦ ἁγιασμοῦ, τῆς ἁγιωσύνης εἶναι δύσβατος, εἶναι δρόμος μετ’ ἐμποδίων, ἀπαιτεῖ ἐπίπονον ἀγῶνα καί συνεχῆ ἄσκησιν. Τόν ἔχουν διαβῆ οἱ ἀναρίθμητοι ΑΓΙΟΙ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Χριστός μας εἶναι συνοδοιπόρος, μᾶς ἐνισχύει, εἶναι κοντά μας, εἶναι δίπλα μας. Ἄς Τόν παρακαλέσομε νά εὐλογῇ τήν προσπάθειά μας, ὥστε νά πορευώμεθα στόν δρόμον τῆς ἐσωτερικῆς καθαρότητος, ζῶντας πάντοτε μέσα στήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό μεγάλο ἐργαστήρι τῆς ἁγιότητος. Γένοιτο ! ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ


  

ICXCNIKA
20.11.2016
Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ
(Λουκ. ιβ΄ 16-21)


Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀδελφοί μου, λέγεται «παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου». Ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὴν διηγηθεῖ ὁ Κύριος δόθηκε ἀπὸ τὸ ἑξῆς περιστατικό: Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀκροατὲς τοῦ Χριστοῦ τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλε εἶπε τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι τὴν κληρονομία μετ᾿ ἐμοῦ» καὶ ἔλαβε ὡς ἀπάντηση τὸ ἐρώτημα «τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν ἐφ᾿ὑμᾶς;».
Ὅταν δυὸ ἀδέλφια, ποὺ μεταξύ τους συνδέονται μὲ δεσμοὺς ἐξ αἵματος, πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν ἀδελφοσύνη βάζουν τὴν πλεονεξία, ποιὸς μπορεῖ νὰ τοὺς ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ τοὺς συμβιβάσει; Ἡ πλεονεξία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα, ἀκόμα καὶ πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τὰ ἀδέλφια. Καὶ γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦν ὅλοι ὅτι ἡ πλεονεξία εἶναι ἀφροσύνη καὶ ὁδηγεῖ σὲ ψυχικὸ καὶ σωματικὸ ὄλεθρο, διηγήθηκε τὴν παραβολὴ τοῦ «ἄφρονος πλουσίου».
Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς εἶναι πράγματι ἀφροσύνη. Διότι πρῶτον λησμονεῖ τὸν Θεὸ τὴν ὥρα τῆς εὐφορίας τῶν ἀγρῶν του. Λησμονεῖ ἢ μᾶλλον δὲν πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς κυβερνᾶ τὸν κόσμο καὶ ὅτι, ἂν Ἐκεῖνος δὲν θέλει, ὅσο καὶ ἂν κοπιάσει, οὔτε οἱ ἀγροί του οὔτε τὰ χωράφια του θὰ ἀπέδιδαν καρπούς οὔτε οἱ ἐλιές του σταγόνα λάδι. Δεύτερον λησμονεῖ ὅτι ἔχει προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ἀθάνατη ψυχὴ καὶ ἔχει ὑποχρέωση νὰ τὴν καλλιεργήσει. Ξεχνᾶ ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν διατρέφεται μὲ προϊόντα καὶ καρποὺς τῆς γῆς καὶ ὑλικὰ μέσα. Ἔτσι γίνεται ὁ ἴδιος δολοφόνος τῆς ψυχῆς του. Τί μεγάλη στ᾿ ἀλήθεια ἀφροσύνη. Ὅμως προχωρεῖ καὶ σὲ ἄλλη ἄφρονα ἐνέργεια ὁ πλούσιος. Παραμελεῖ καὶ ἀγνοεῖ τοὺς συνανθρώπους του. Ἡ στάση του εἶναι προκλητική. Χωρὶς συναίσθηση καὶ χωρὶς ντροπὴ τακτοποιεῖ τὰ ἔσοδα ἀπὸ τὴν εὐφορία τῶν καρπῶν τῆς γῆς του μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του «συνάξω πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου» ποῦ; «Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω».
Ἀδελφοί μου, γκρέμισε ὁ πλούσιος ἄφρων τὶς ἀποθῆκες του καὶ ἔκτισε μεγαλύτερες. Κουράστηκε πολὺ ἕως ὅτου συνάξει ὅλα τὰ ἀγαθά του. Ξάπλωσε κατόπιν νὰ ξεκουραστεῖ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν ἀγωνία καὶ γεμᾶτος αὐταρέσκεια μονολογοῦσε: «Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ γιὰ ἔτη πολλά. Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Ἡ ἀφροσύνη σὲ ὅλο τὸ δῆθεν «μεγαλεῖο» της, ἀφοῦ σὲ αὐτὴν τὴν δῆθεν «μακαριότητα» ἀκούγεται φωνή, ποὺ μὲ σαφήνεια καὶ καθαρότητα προσγειώνει στὴν πραγματικότητα τὸν ἄφρονα πλούσιο. «Ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ, ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;» Ἀνόητε ἄνθρωπε, ἐστήριξες τὴ ζωὴ στὸν πλοῦτο σου καὶ τὴν ἐλπίδα σου στὶς ἀποθῆκες σου καὶ τὰ ἔκαμες θεό σου. Νόμισες τὸν πλοῦτο χορηγὸ πολλῶν ἐτῶν ζωῆς, ἀλλὰ γελάσθηκες. Ναί, τὸν πλοῦτο σου τὸν ὁρίζεις. Τὴ ζωή σου ὅμως ὁρίζει ἄλλος. Αὐτὸς ποὺ «ἀνιστᾷ καὶ ζωοποιεῖ, ἀνάγει ἐξ ἅδου καὶ κατάγει».
Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἐναγώνιου κόπου. Ἀγωνιᾶ καὶ ὑποφέρει σὲ ποιὸ τόπο καὶ χῶρο θὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἀπροσδόκητη καρποφορία καὶ τὰ ἀγαθά του. Ἡ πλεονεξία του ἀποβλέπει στὴν προσωπική του ἱκανοποίηση. Διάβηκε τὴ ζωὴ του μέσα σὲ μία συνεχῆ ἀγωνία ἀλλὰ καὶ μὲ χαμένη τὴν ψυχή του.
Ἀδελφοί μου, ἂς ἔχουμε πάντα στὸ μυαλό μας τὴ φράση τοῦ εὐαγγελίου «ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» καὶ ἂς ἀκούσουμε τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας «γίνεσθε ἕτοιμοι ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». Τοῦτο ἰσχύει γιὰ ὅλους, πλουσίους καὶ φτωχούς. Ἄφρονες καὶ συνετούς, ἔνθεους καὶ μή. Γιὰ τοῦτο «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Προσευχή, ἔργα ἀγαθά, μετάνοια, θεία κοινωνία, ἀγάπη. Νά, ἡ καλύτερη προετοιμασία γιὰ τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς κρίνει ἀνάλογα μὲ τὸν χρόνο ποὺ ζήσαμε, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς ποὺ κάναμε. «Μακάριος ὁ γρηγορῶν καὶ τηρῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ».
Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, ἡ εὐαγγελικὴ πληροφορία «τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν» ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς εἴτε εἴμεθα καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπο ἄφρονες εἴτε εἴμεθα σώφρονες. Γι᾿ αὐτὸ ἂς εἶναι συνεχὲς αἴτημα στὴν προσευχή μας: «Κύριε βοήθησον, ὥστε τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι», γιὰ νὰ εἶναι ὅλη ἡ ζωή μας καὶ τὰ τέλη μας «χριστιανά, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά», χωρὶς ἀφροσύνη, ὥστε νὰ ἔχουμε «καλὴν ἀπολογίαν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀμήν. ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ICXCNIKA Ἀριθμὸς 44 Κυριακή Ε΄ Λουκᾶ 30 Ὀκτωβρίου 2016 (Λουκ. ιστ΄ 19-31) Ὁ Κύριος, ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, στὴ σημερινὴ παραβολὴ πολὺ ἐκφραστικὰ παρουσιάζει τὴν μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου, τοῦ ἀνώνυμου πλουσίου καὶ τοῦ ἐπώνυμου φτωχοῦ.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ


ICXCNIKA
Ἀριθμὸς 44
Κυριακή Ε΄ Λουκᾶ
30 Ὀκτωβρίου 2016
(Λουκ. ιστ΄ 19-31)
Ὁ Κύριος, ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, στὴ σημερινὴ παραβολὴ πολὺ ἐκφραστικὰ παρουσιάζει τὴν μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου, τοῦ ἀνώνυμου πλουσίου καὶ τοῦ ἐπώνυμου φτωχοῦ.
Παρουσιάζονται σήμερα δυὸ εἰκόνες τόσο ἀντίθετες μεταξὺ τους μὰ καὶ τόσο συγκλονιστικές. Παρουσιάζονται οἱ μεγάλες ἀντιθέσεις τῆς ζωῆς. Πλούσιοι καὶ φτωχοί. Τὸ δρᾶμα τῶν ἐποχῶν. Κοινωνικὲς διακρίσεις μὲ μισάνθρωπα ἐπακόλουθα. Χέρια χρυσοστόλιστα ποὺ ὑψώνονται προκλητικὰ καὶ γροθιὲς σφιγμένες ποὺ σηκώνονται ἐπαναστατικά. Χορτᾶτοι καὶ πεινασμένοι. Ἀρχοντόσπιτα καὶ καλύβες. Ἄλλοι εὐφραίνονται «καθ᾿ἡμέραν λαμπρῶς» καὶ ἄλλοι ἐπιζητοῦν μερικὰ ψίχουλα. Ἄλλοι ζοῦνε σὲ μία ἐκθαμβωτικὴ πολυτέλεια καὶ ἄλλοι ἀργοπεθαίνουν ξαπλωμένοι στὶς ψάθες. Ἄλλοι πεινοῦν καὶ ἄλλοι μεθοῦν.
Ὁ πλούσιος ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἐκπροσωπεῖ τὴν τάξη ἐκείνη τῶν ἰσχυρῶν τοῦ χρήματος ποὺ δὲν ἔχει αἰσθήματα, ποὺ δὲν γνωρίζει τί θὰ πεῖ κακοπέραση καὶ φτώχεια, ποὺ δὲν μπορεῖ ἢ δὲν θέλει νὰ προσεγγίσει τὴν μάστιγα ποὺ εἶναι ἡ φτώχεια. Δεμένος καὶ συρόμενος ἀπὸ τὴν ἐγωκεντρικὴ καὶ δαιμονική του ἀτομικότητα δὲν ἔχει μάτια, γιὰ νὰ δεῖ γύρω του, δίπλα του, στὴν αὐλή του. Νὰ δεῖ συγκεκριμένα τὸ φτωχὸ Λάζαρο ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὶς στρατιὲς τῶν πεινασμένων, τὰ πληγωμένα σώματα, τὶς συντριμμένες καρδιές, τὸ ἐξουθενωμένο φιλότιμο, τὴν πληγωμένη ἀξιοπρέπεια. Αὐτὰ ἀκριβῶς ἐκφράζει ὁ φτωχός, ὁ Λάζαρος, δηλαδὴ τὸν πόνο, τὴν ἀσθένεια, τὴν γύμνια, τὴν πεῖνα ἀλλὰ καὶ τὴν καρτερία καὶ ὑπομονή. Προσπαθεῖ νὰ χορτάσει τὴν πεῖνα του ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου. Καὶ ὑπομένει. Καὶ ἐλπίζει. Καὶ προσδοκᾶ.
Εἶναι λάθος νὰ νομίζουμε πὼς ὁ Χριστὸς θεωρεῖ τὴ φτώχεια σὰν εἰσιτήριο στὴν Βασιλεία Του. Ὄχι. Ἀπόδειξη ὑπάρχει ἡ παραδειγματικὴ τιμωρία τοῦ φτωχοῦ ἀλλὰ ἀχάριστου δούλου, ποὺ γιὰ τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ του πρὸς τὸν σύνδουλό του «παρεδόθη τοῖς βασανισταῖς». Ὁ πλοῦτος καὶ ἡ φτώχεια εἶναι καταστάσεις ξεχωριστὲς καὶ οὐδέτερες, ποὺ γίνονται ἐπαινετὲς ἢ ἀξιόμεμπτες ἀνάλογα μὲ τὴν χρησιμοποίησή τους.
Ὁ πλοῦτος εἶναι καλὸς ἢ κακὸς ἀνάλογα μὲ τὰ χέρια ποὺ τὸν κρατοῦν. Ἀλλοίμονο σὰν πέσει σὲ ἀνάξια χέρια. Γίνεται ποτάμι ποὺ πνίγει. Γίνεται ὄλεθρος καὶ ἀπώλεια. «Πολλοὺς γὰρ ἀπώλεσε τὸ χρυσίον». Ἡ δίψα τοῦ πλούτου παρασύρει καὶ παραπλανᾶ τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς στήνει μύριες παγίδες θανάτου καὶ τοὺς ἀφαιρεῖ κάθε πνευματικὴ ἰκμάδα.
Ἂν τὰ ἀνάξια χέρια, ἀγαπητοί μου, σκορπίζουν ἀπερίσκεπτα καὶ ἀκόλαστα τὸν πλοῦτο ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Θεός, τὰ ἄξια καὶ θεοκίνητα χέρια προσφέρουν καὶ διακονοῦν τὴν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης. Κλείνουν πληγές, θεραπεύουν τραύματα, ντύνουν γυμνούς, τρέφουν πεινασμένους, προστατεύουν χῆρες καὶ ὀρφανά, οἰκοδομοῦν ἄσυλα ἀγάπης, χτίζουν καὶ στολίζουν ναοὺς τοῦ Θεοῦ. Σὲ τέτοια χέρια ὁ πλοῦτος γίνεται ὑπηρέτης τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας ποὺ λέγεται καὶ εἶναι φλοθεΐα. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης ξέρει ὅτι «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχὸν».
Στὴν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης ὅλοι μποροῦν νὰ προσφέρουν. Κάθε θυσία ὑλικῶν ἀγαθῶν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ εἶναι πολὺ μικρὴ καὶ ἀσήμαντη. Τὴν δέχεται ὅμως μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ διαβεβαιώνει: «Ἐφ᾿ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε».
Ἀδελφοί μου, ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς. Εἶναι ἡ εἴσοδος στὴν πραγματικὴ ζωή, γιὰ τὴν ὁποία μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός. Ἐκείνη ἡ μέλλουσα ζωὴ παρουσιάζει τὶς ἴδιες ἀντιθέσεις ποὺ συμβαίνουν καὶ στὴν ἐπίγεια ζωή. Καθὼς διδάσκει τὸ εὐαγγέλιο ἄλλη θὰ εἶναι ἡ ζωὴ γιὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἀνθρώπους τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ ἄλλη γιὰ τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀμετανόητους γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν κακία τους. Γιὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ, τὸ αἰώνιο μέλλον ἐπιφυλάσσει εὐτυχία οὐράνια, ποὺ δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἐπίγεια καὶ ὑλικὴ «δῆθεν εὐτυχία». Ἂν στὴν ἐπίγειο ζωὴ ἦταν φτωχοὶ καὶ ἄστεγοι, ἂν περιφρονήθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἂν ἀνάγκες καὶ θλίψεις καὶ ἀσθένειες τοὺς ταλαιπώρησαν, ἐκεῖ στὸν οὐρανὸ θὰ βροῦν τὴν τέλεια ἀνάπαυση καὶ εὐτυχία. Γιὰ αὐτοὺς εἶναι ἕτοιμο τὸ οὐράνιο δεῖπνο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἀγαπητοί μου, «τὴν δυστυχία» ποὺ περιμένει τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἀμετανόητους ἁμαρτωλοὺς παρουσίασε σήμερα ὁ Κύριος στὸ πρόσωπο τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς. Αὐτός, ἀφοῦ πέθανε καὶ ἐτάφη καὶ παρέδωσε τὴν ψυχήν του, εὑρέθη «ὑπάρχων ἐν βασάνοις». Ζεῖ πλέον μέσα στὴν ὀδύνη, τὴν φλόγα καὶ τὸ αἰώνιο σκοτάδι. Ὄχι γιατί ἦταν πλούσιος, ἀλλὰ γιατί ὑπῆρξε σκληρός, ἀνάλγητος, ἀμετανόητος, δεμένος μὲ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ μόνον. Ἄς μὴ φοβηθοῦμε τὴν φτώχεια καὶ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀδιαφορία. Ἄς φοβηθοῦμε μόνο τὴν ἁμαρτία. Ἀμήν. ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ICXCNIKA Ἀριθμὸς 42 Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ (Σπορέως) 16 Ὀκτωβρίου 2016 (Λουκ. η΄ 5-15) Ὅλα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, περνοῦν καὶ φεύγουν. Ὅλα ἔρχονται καὶ παρέρχονται· ὕστερα χάνονται καὶ σβήνουν καὶ κανένας δὲν τὰ θυμᾶται. Καὶ οἱ ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου καὶ οἱ ἀσχήμιες του· ἡ σοφία καὶ ἡ ἐξυπνάδα· ἡ ἐξουσία καὶ ἡ δύναμη· ὁ πλοῦτος καὶ ἡ αἴγλη... Καὶ μαζὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος περνάει καὶ φεύγει σὰν τὸν διαβάτη ποὺ χάνεται στὸ βάθος τοῦ δρόμου..

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ICXCNIKA
Ἀριθμὸς 42
Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ (Σπορέως)
16 Ὀκτωβρίου 2016
(Λουκ. η΄ 5-15)
Ὅλα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, περνοῦν καὶ φεύγουν. Ὅλα ἔρχονται καὶ παρέρχονται· ὕστερα χάνονται καὶ σβήνουν καὶ κανένας δὲν τὰ θυμᾶται. Καὶ οἱ ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου καὶ οἱ ἀσχήμιες του· ἡ σοφία καὶ ἡ ἐξυπνάδα· ἡ ἐξουσία καὶ ἡ δύναμη· ὁ πλοῦτος καὶ ἡ αἴγλη... Καὶ μαζὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος περνάει καὶ φεύγει σὰν τὸν διαβάτη ποὺ χάνεται στὸ βάθος τοῦ δρόμου...
Ἕνα μονάχα ἀντιστέκεται στὴ φθορά· ἕνα μόνο μένει ἀμετακίνητο στὴ φυγὴ καὶ στὸ πέρασμα· κι αὐτὸ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ! Αὐτὸς ὁ λόγος μένει πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο μὲ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει τὴ βούληση νὰ τὸν ἀκούει καὶ νὰ τὸν φυλάει μέσα του ὡς τὸν πιὸ πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο θησαυρό.
Ἔτσι, μιλώντας τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, Τὸν παρομοιάζει ὡς τὸν γεωργὸ ποὺ σπέρνει. Καὶ ἡ σπορά Του εἶναι ὁ λόγος. Ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε τὸ χωράφι Του· τὸ γόνιμο καὶ τὸ ἄγονο· τὸ καλλιεργημένο καὶ τὸ ἀκαλλιέργητο. Αὐτὸ τὸ χωράφι, ποὺ δὲχεται μὲ θαλπωρὴ τὸν σπόρο, τὸν λόγο Του ἢ ποὺ ἀπορρίπτει τὴ σπορὰ καὶ μένει δίχως καρπό.
Ὁ Χριστὸς μας ἦλθε «γιὰ νὰ κηρύξει τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» καὶ στὴ συνέχεια «γιὰ νὰ γιατρεύσει κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε ἀδιαθεσία ἀνάμεσα στὸ λαό». Καὶ ἀποτελεῖ τὸν μεγάλο καὶ μοναδικὸ σπορέα τοῦ θεϊκοῦ λόγου. Σπέρνει ἀδιάκοπα καὶ ἀφειδώλευτα πρὸς κάθε κατεύθυνση. Πλούσια παρέχει τὸν λόγο καὶ μὲ ἀφθονία δωρίζει τὰ οὐράνια δῶρα Του.
Ὁ λόγος Του φέρει τὸ θεϊκὸ κῦρος· ἡ δυναμικὴ καὶ βαρύτητά Του καταγράφεται ὡς μοναδικὴ ἀπὸ τὸν λαό. Γιατὶ αὐτὸς ὁ λαὸς τονίζει πὼς «οὐδέποτε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο λάλησε ἄνθρωπος, ὅπως ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος», δηλαδὴ ὁ Χριστός.
Στὴ συνέχεια, ἦλθαν καὶ οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μέχρι τὰ σημερινὰ χρόνια. Διάκονοι τοῦ θεϊκοῦ λόγου, γεωργοὶ στὸ χωράφι τοῦ Θεοῦ. Σπέρνουν δίχως διακοπὴ. Γι᾿ αὐτὸ «ἡ φωνὴ τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου... ἐβγῆκεν εἰς ὅλην τὴν γῆν καὶ οἱ λόγοι τους ἀκούσθηκαν εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης» κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Μὲ ἁπλοχεριὰ λοιπόν, πλούσια καὶ ἄφθονα παρέχουν τὸν καρποφόρο σπόρο στὸ χωράφι καὶ ὁ Θεὸς τελικὰ θὰ εὐλογήσει γιὰ τὴν καρποφορία του.
Άκριβῶς ὅπως ὁ γεωργὸς σὰν σπέρνει, δὲν μετράει τοὺς σπόρους, μήτε ὁρίζει τὸν τόπο ποὺ θὰ πέσει, ἔτσι καὶ οἱ διάκονοι τοῦ θεϊκοῦ λόγου, δὲν μετροῦν τὸ πόσο, μὰ τὸ πῶς θὰ σπείρουν. Γιατὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν πλούσια σπορά, ἄλλοι σπόροι θὰ πᾶνε χαμένοι καὶ ἄλλοι θὰ πιάσουν τόπο· θὰ ριζοβολήσουν καὶ θὰ καρποφορήσουν.
Τελικὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πῶς ριζώνει, πῶς αὐξάνει, πῶς καρποφορεῖ, εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Πῶς κάνει δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀκούσει, νὰ τὸν φέρει σὲ κατάνυξη! Πῶς πιάνει στὴ σαγήνη του τὸν κάθε ἕνα μας καὶ παρέχει νάματα σωτήρια! Πῶς ριζοβολάει ἐντός μας καὶ ρίχνει ρίζες στέρεες καὶ βαθιές, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ξεριζώσουν τὰ διάφορα χτυπήματα. Πῶς ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ μετάνοια καὶ τὴν συγγνώμη. Πῶς; Μὲ ποιὸ τρόπο; Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ ἑρμηνεύσει; Μονάχα ὁ Θεὸς γνωρίζει κι Αὐτὸς τὸν καθοδηγεῖ!
Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ Εὐαγγέλιο, ἔχει μιὰ μυστηριακὴ ἐσωτερικὴ δυναμική. Γι᾿ αὐτό, ἐκεῖ ποὺ ὁ ἀνθρώπινος λόγος στέκεται ἀνήμπορος καὶ ἀδυνατεῖ νὰ πράξει κάθε τὶ ἢ νὰ φέρει κάποια ἀλλαγή, ὁ θεϊκὸς λόγος λειτουργεῖ μὲ ἄνεση καὶ εὐκολία περισσή.
Ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι γνωστὸ πὼς μπορεῖ νὰ μᾶς ὁμιλήσει γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴν ἐπιστημοσύνη· γιὰ τὴν τέχνη καὶ τὶς μηχανὲς ποὺ μποροῦν ἀκόμη νὰ μᾶς πᾶνε στ᾿ ἄστρα καὶ τόσα ἄλλα. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ μᾶς πεῖ τίποτε γιὰ τὸ πῶς μποροῦμε ν᾿ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς πτώσεις μας. Πῶς μποροῦμε νὰ κατακτήσουμε τὴν σωτηρία τῆς ὑπάρξεώς μας. Γιατὶ αὐτὸ μονάχα ὁ θεϊκὸς λόγος μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ πεῖ. Ἑπομένως ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀκοῦμε. Μιλάει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός!
Καὶ ὀφείλουμε νὰ τὸν διαφυλάττουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ὕστερα νὰ πράττουμε κατὰ πῶς αὐτὸς ὁ θεϊκὸς λόγος μᾶς καθοδηγεῖ. Ἔτσι μόνο εἴμαστε τὰ δικά Του παιδιά, ποὺ Τὸν ἀκοῦμε καὶ Τὸν ἀκολουθοῦμε, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ καὶ ὑπαρξιακό μας συμφέρον. Κι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνοῦμε ποτέ. Ἀμήν.ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Κυριακή τοῦ Παραλύτου 22 Μαΐου 2016 (Ἰωάν. ε΄ 1-15) Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀδελφοί μου, «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» βροντοφωνάζει ὁ ἄνθρωπος ὁ παραλυτικός, ὁ πρωταγωνιστὴς στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε. Καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πικρὸ παράπονο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν συνάνθρωπό του. Ἀποτελεῖ τὴν κραυγὴ τῆς ἀπογνώσεως τοῦ πάσχοντος, τοῦ θλιβομένου, τοῦ περιφρονημένου, τοῦ ἀδυνάτου, τοῦ ξένου, τοῦ ἀρρώστου συνανθρώπου μας καὶ στὴν ἐποχή μας.

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ 22 ΜΑΪΟΥ




Κυριακή τοῦ Παραλύτου
22 Μαΐου 2016
(Ἰωάν. ε΄ 1-15)
Χριστὸς Ἀνέστη!
Ἀδελφοί μου, «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» βροντοφωνάζει ὁ ἄνθρωπος ὁ παραλυτικός, ὁ πρωταγωνιστὴς στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε. Καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πικρὸ παράπονο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν συνάνθρωπό του. Ἀποτελεῖ τὴν κραυγὴ τῆς ἀπογνώσεως τοῦ πάσχοντος, τοῦ θλιβομένου, τοῦ περιφρονημένου, τοῦ ἀδυνάτου, τοῦ ξένου, τοῦ ἀρρώστου συνανθρώπου μας καὶ στὴν ἐποχή μας.

Ὁ παράλυτος ζητεῖ συναντιλήπτορα τῆς ἀνάγκης του, τῆς ἀσθενείας του βοηθό, σύντροφο καὶ συνοδοιπόρο στὴν πορεία του γιὰ τὴν ἴαση. Τὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια τῆς ἀσθενείας του εἶναι μία μακρὰ περίοδος τραγικῆς θλίψεως καὶ ὀδύνης. Βέβαια στὴν Κολυμβήθρα «κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων», ποὺ καὶ αὐτοὶ περίμεναν τὴν κάθοδο τοῦ ἀγγέλου, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἀρρώστιά τους. Ἀλλὰ αὐτὸς βίωνε τὴν δική του πικρὴ ἐμπειρία. Ὅμως «Ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ…».
Ὁ «Μεγάλης Βουλῆς ἄγγελος», θεράπευσε τὸν κατάκοιτο ποὺ ὑπέφερε τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Τότε ποὺ δὲν εἶχε ἄνθρωπο, ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος. Τότε ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ μπεῖ στὴν κολυμβήθρα μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ ἀγγέλου καὶ τὴν «ταραχὴ τοῦ ὕδατος» συναντήθηκε μὲ τὸν Κύριο τῶν ἀγγέλων. Καὶ ὁ Κύριος τὸν ἄμειψε γιὰ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐλπίδα του. Ἀλήθεια πόση πίστη καὶ δύναμη ψυχῆς χρειάζεται, γιὰ νὰ μείνει ἐκεῖ τόσα πολλὰ χρόνια! Τὸ κρεβάτι του εἶχε γίνει τύμβος καὶ τάφος· εἶχεν «ἰατροῖς καταναλώσει τὸν ἅπαντα βίον του καὶ ἐλέους τυχεῖν οὐκ ἠξιώθη»· καὶ τώρα ἀκούει «ἆρόν σου τὸν κράββατον καὶ περιπάτει».
Ὅταν, ἀγαπητοί μου, οἱ συνάνθρωποί μας δὲν πλησιάζουν νὰ μᾶς βοηθήσουν, ὅταν τὰ πάντα γύρω μας εἶναι ἔρημα, ἄφιλα, ἄδικα, σκληρά, ἀπάνθρωπα, τότε καταφθάνει ὁ Θεάνθρωπος, γιὰ νὰ παρηγορήσει, γιατρεύσει καὶ συντροφεύσει· καὶ τότε ἂς θυμηθοῦμε τὸν ποιητή: «Ὅταν εἶσαι σὺ κοντά μου, πές μου τί νὰ φοβηθῶ;».
«Ἆρόν σου τὸ κράββατον καὶ περιπάτει» εἶπε ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν παράλυτο καὶ ἀμέσως τὰ παράλυτα νεῦρα καὶ τὰ ἀχρηστευμένα γόνατα ἴσχυσαν, ἐνδυναμώθηκαν καὶ τὸ σῶμα ἠγέρθη, ὁ ἴδιος δὲ εὐθυτενής, εὐκίνητος, πλήρης ζωῆς καὶ χάριτος, κουβαλῶντας τὸ κρεβάτι του περπατάει.
Περπατάει καὶ κατευθύνει τὰ πόδια του μὲ σταθερὸ βῆμα, ὄχι πλέον στοὺς δρόμους ποὺ ἤξερε καὶ συνήθως περπατοῦσε. Ὄχι· γιατί αὐτοὶ οἱ δρόμοι τὸν ἔκαμαν παράλυτο καὶ τὸν κράτησαν τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια νεκρὸ καὶ ἄταφο.
Τώρα, ἀδελφοί μου, χαράσσει νέους δρόμους καὶ ἀνοίγεται σὲ δρόμους χάριτος, ζωῆς καὶ ὑγείας, γιατί ὑπακούει στὸν Χριστὸ ποὺ τοῦ εἶπε· «ἴδε ὑγιειὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν τί σοι γένηται» καὶ ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ προσωπικὴ ἁμαρτία ἔχει συνέπεια τὴν παραλυσία.
«Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτῶν ἀσθενεῖ τὸ σῶμα» ψάλλουμε. Βαθύτατη εἶναι ἡ σχέση ἁμαρτίας καὶ σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀσθενείας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς πρὶν θεραπεύσει ἕνα ἁμαρτωλὸ μὲ τὴν μετάνοια, ταράσσει τὴν συνείδησή του μὲ τὶς τύψεις καὶ ὕστερα προσφέρει τὴν ἴαση καὶ τὴν λύτρωση.
Ἀδελφοί μου, Βηθεσδᾶ σημαίνει «σπίτι ἐλέους»· καὶ σπίτι ἐλέους, Βηθεσδᾶ σήμερα εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας· οἶκος χάριτος, ἐλέους, ψυχικῆς ὑγείας καὶ σωτηρίας. Ἐδῶ μᾶς περιμένει ὁ Χριστός, ὅπου μὲ τὰ νάματα τῆς Χάριτός Του καὶ διὰ τῶν μυστηρίων Του θὰ μᾶς ἀπολούσει, θὰ μᾶς καθαρίσει, θὰ μᾶς χαριτώσει, θὰ μᾶς δικαιώσει καὶ θὰ μᾶς καταστήσει ὑγιεῖς καὶ καθαρούς. Ἂς προσέλθουμε πρὸς Αὐτόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπόσχεται τὴν πλήρη κάθαρση καὶ τὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὑγεία ὁμολογοῦντες ὅτι· Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Ἀληθῶς ἀνέστη!

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2016 Ἀριθμ. Πρωτ. 533 Ἀ­ριθμ. Διεκπ. 294 ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 23 Πρός τόν Ἱ­ε­ρόν Κλῆ­ρον καί τόν εὐ­σε­βῆ λα­όν τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2016

Ἀριθμ. Πρωτ. 533 
Ἀ­ριθμ. Διεκπ. 294
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 23
Πρός
τόν Ἱ­ε­ρόν Κλῆ­ρον
καί τόν εὐ­σε­βῆ λα­όν 
τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως 

Ἀ­γα­πη­τά μου παιδιά,

Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ζοῦμε μέσα στόν κόσμο τῆς διπλῆς πραγματικότητος, τῆς φυσικῆς καί τῆς πνευματικῆς. Τί εἶναι ἡ φυσική πραγματικότης; Εἶναι ἡ ὕλη. Τί εἶναι ἡ πνευματική πραγματικότης; Εἶναι ἡ ψυχή. Εἴτε τήν ὕλη, εἴτε τήν ψυχή, καθιστᾶ ὡς πραγματικότητα μόνο ὁ παντοδύναμος Δημιουργός ὅλων τῶν πραγματοτήτων, ὁ Θεός Λόγος. Τοῦτο εἶναι ἡ εὐαγγελική ἀπάντηση, ἡ μόνη ἀπάντηση στήν ἀνθρώπινη σκέψη, πού γι’ αὐτήν σημαίνει ἀληθινό εὐαγγελισμό.

«Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο». Αὐτές οἱ τρεῖς λέξεις περιλαμβάνουν ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο τοῦ θεϊκοῦ καί τοῦ ἀνθρωπίνου ρεαλισμοῦ. Ἕως τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου, οἱ ἄνθρωποι ἦταν φαντάσματα. Ἀπό τήν Ἐνσάρκωση, διά μέσου κάθετί ἀνθρωπίνου, ἀρχίζει νά ρέει ἡ θεϊκή πραγματικότης. Κάθε ἄνθρωπος, εἶναι τόσο ἀληθινά πραγματικός, ὅσο ἑνώνει τόν ἑαυτό του μέ τόν ἐνσαρκωμένο Θεό Λόγο. Τοῦτο σημαίνει νά γίνει μέλος τοῦ σώματος τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου, εἶναι οὐσιαστικά ἡ μόνη ἀξεπέραστη ἀξία μέσα σ’ αὐτόν τόν πεπερασμένο κόσμο.

Ἡ ἀπέραντη σπουδαιότης τοῦ ἐνσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου, εἶναι ἡ πρώτη καί κυριότερη πραγματικότης καί τό θεμέλιο κάθε μόνιμης πραγματικότητος γιά τόν ἐπίγειο κόσμο μας: «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν Αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά Πατρός».

Ἐφόσον ὁ Θεός Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, ἔκανε πραγματοποιήσιμα τά θεῖα ἰδεώδη γιά ἀνθρώπους μέ θεῖες ἀξίες. Ἐφόσον πιστεύομεν ὅτι «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο», τό ἰδεῶδες ἦτο παρόν σωματικῶς, καί κατορθωτό γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Γι’ αὐτό ἦλθε ὁ Χριστός: γιά νά μάθει ἡ ἀνθρωπότης, ὅτι καί ἡ ἐπίγεια φύση, τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νά φανερωθεῖ σέ τέτοια οὐράνια λάμψη, καί ὄχι μόνο τό πνευματικό ὡς ἰδεῶδες, καί ὅτι αὐτό εἶναι ἐπίσης δυνατό καθώς καί φυσικό. Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, πού λάτρευαν αὐτό τό καταφωτισμένο Σῶμα, τεκμηρίωσαν μέ τά μέγιστα βασανιστήρια, τί εὐτυχία εἶναι νά φοροῦμε ἐντός μας αὐτήν τήν Ἐνσάρκωση, νά μιμούμεθα τήν τελειότητα αὐτῆς τῆς Εἰκόνας καί νά πιστεύουμε στή δική Του Ἐνσάρκωση. Καί οἱ λοιποί, πού ἔβλεπαν πόση εὐτυχία δίνει αὐτή ἡ Ἐνσάρκωση, μόλις ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει πραγματικά νά λαμβάνει μέρος στό κάλλος της, θαύμαζαν, ἀποροῦσαν καί ἐπιθύμησαν ἐπιτέλους καί οἱ ἴδιοι νά ἀπολαμβάνουν αὐτή τήν φιλόκαλλη μακαριότητα` ἔγιναν χριστιανοί καί χαίρονταν ἐκ τῶν προτέρων γιά τά μαρτύρια.

Αὐτό δείχνει καί τεκμηριώνει, ὅτι μέσα σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ὑπάρχουν μόνο δύο ἀληθινές πραγματικότητες: Ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Θεός εἶναι ἡ μεγαλύτερη καί ἡ ἐγγύτερη πραγματικότης. Ἡ δεύτερη πραγματικότης εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀθάνατη ψυχή του, ἡ προσωπικότης του, ἡ εἰκών τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει, ἐπειδή ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ Θεός, δέν θά ὑπῆρχε οὔτε ὁ ἄνθρωπος. Ἡ Ὀρθοδοξία, ὁ ὀρθόδοξος ρεαλισμός, δέν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρά ὁ θεανθρώπινος ρεαλισμός, χαριτωμένη καί ὀργανική συνένωση τοῦ Θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου, τοῦ οὐρανίου καί τοῦ ἐπιγείου. Κάθε αἴσθηση, κάθε σκέψη, πρέπει νά λογο-ποιηθεῖ (κατά τόν Θεό-Λόγο), νά θεανθρωποποιηθεῖ, καί ἔτσι νά ἀπαθανατιστεῖ. Καί τοῦτο συμβαίνει μέ τόν ἄνθρωπο, ὅταν ἐν-εκκλησιαστικοποιηθεῖ, γίνει ἕνα ζωντανό κύτταρο μέσα στόν Θεανθρώπινο ὀργανισμό τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Ζωντανά παραδείγματα εἶναι οἱ σαρκωμένοι τηρητές τοῦ ὀρθοδόξου θεανθρωπίνου ρεαλισμοῦ, οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Μπροστά στά μάτια τους ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τό ἀπόλυτο κάλλος. Τό κάλλος εἶναι ἰδεῶδες. Ὡστόσο τά ἰδεώδη σέ μᾶς καί στήν ὑπόλοιπη Εὐρώπη, ἀπό πολύ καιρό κλονίστηκαν. Μέσα στόν κόσμο ὑπάρχει μονάχα ἕνα ἰδεῶδες, ἕνα μοναδικό φαινόμενο τοῦ ἀπολύτου Κάλλους, τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ: «Τήν Ἄχραντον Εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν, Ἀγαθέ». Αὐτό τό ἀπέραντα ἐξαίσιο φαινόμενο, τό ἀπέραντο θαῦμα! Ὁλόκληρο τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο εἶναι γεμᾶτο μ’ αὐτή τή σκέψη: Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης θεωρεῖ τό θαῦμα τῆς Ἐνσαρκώσεως, ὡς ὁρατό φαινόμενο τοῦ κάλλους. «Τό κάλλος θά σώσει τόν κόσμο» ἔγραψε ὁ Ντοστογιέφσκι. Ἀναμφισβήτητα, τό ἀπόλυτο Κάλλος εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἐνσαρκωμένος Θεός Λόγος. Τό μαγευτικό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στήν Ὀρθοδοξία εἶναι τό πᾶν. Ἐμβαθύνατε στήν Ὀρθοδοξία! Αὐτό δέν εἶναι μόνο ἐκκλησιασμός καί τελετουργίες` εἶναι ἡ ζωηρή αἴσθηση. Οὐσιαστικά, μέσα της εἶναι μονάχα τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κάθε τι ὀρθόδοξο ἀκτινοβολεῖ μέ τό μυστηριῶδες καί ἁπαλό φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ αἱρετικοί, οἱ πεπλανημένοι, οἱ βλάσφημοι, θέλησαν νά ἀλλοιώσουν τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μέ κάθε καθαρότητα διατηρήθηκε τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στήν Ὀρθοδοξία. Τό σχῆμα τῆς πίστεως, δηλαδή ἡ Ὀρθοδοξία, περιέχει μέσα της τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁ πιό σύντομος καί ὁ πιό περιεκτικός προσδιορισμός τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅλα τά Εὐαγγέλια, ὅλες οἱ ὀρθόδοξες παραδόσεις, συνοψίζονται στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό χρειάζεται ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός, ὁ ἄνθρωπος καί ἡ ἀνθρωπότης. Ζώντας μέσῳ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, τηρώντας ὅλα τά αἰώνια καί μεγαλοπρεπῆ χαρίσματά Του, ἡ Ὀρθοδοξία ἀποθησαυρίζει ἐντός της, τήν ἐπίλυση ὅλων τῶν προσωπικῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων. Ἡ Δυτική Εὐρώπη, μέσῳ τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ καί τοῦ προτεσταντισμοῦ, σακάτεψε καί ἔχασε τό Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἐξαιτίας αὐτοῦ, τά πάντα θολώθηκαν καί ἀναχώρησαν στό χάος. Τό χαμένο στή Δύση Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχει διατηρηθεῖ σέ ὅλο τό φῶς τῆς ἁγνότητός του μέσα στήν Ὀρθοδοξία. Τίποτα ἄλλο δέν εἶναι ἀναγκαῖο, ἐπειδή ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τό πᾶν, «πᾶσα ἡ Ἀλήθεια». 

Καί τί ἀποτελεῖ τόν μυελό, τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἡ διακονία σ’ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ κόσμου. Τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἄγνωστος στόν κόσμο, ἀλλά διατηρημένος μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἀνάσταση ἐκ νεκρῶν ὁλόκληρης τῆς Εὐρώπης καί ὁλόκληρου τοῦ κόσμου. Αὐτό δέν εἶναι σέ καμιά περίπτωση κάποιος τελετουργικός ἐκκλησιασμός, οὔτε κάποιος θρησκευτικός φανατισμός, εἶναι ἡ ἀνθρώπινη πρό-οδος πρός τόν Χριστό καί ἡ παν-ανθρωποποίηση τῆς ἀνθρωπότητος ἐν Χριστῷ, εἶναι μιά θυσία ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ἀλήθεια, γιά τό συμφέρον, γιά τήν ἀγάπη, γιά τήν διακονία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, στήν ὑπεράσπιση ὅλων τῶν ἀδυνάτων καί τῶν ὑποδουλομένων μέσα στόν κόσμο. Αὐτό εἶναι τό ἀπόλυτον Κάλλος, τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ μέσα στίς εὐρωπαϊκές ἀντιφάσεις καί τήν εὐρωπαϊκή μελαγχολία, αὐτό εἶναι τό ἀποστολικό ἔργο τῆς μεγάλης, καθολικῆς ἁρμονίας, τῆς ἀδελφικῆς πλήρους ὁμονοίας ὅλων τῶν φυλῶν, κατά τόν εὐαγγελικό νόμο τοῦ Χριστοῦ, αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, στήν οἰκουμενική της διάσταση, τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, ὁ πανυπερμέγιστος θησαυρός σ’ὅλους τούς κόσμους, ὁρατούς καί ἀοράτους.
Μέ πατρικές εὐχές
+Ο ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ & ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ ΜΑΡΚΟΣ
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ / ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ Ἀριθμὸς 6 Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Ματθαίου 7 Φεβρουαρίου 2016 (Ματθ. κε΄, 14-30) Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, συχνά δίδασκε τούς ἀνθρώπους μέ παραβολές. Οἱ παραβολές ἦταν φτιαχτές ἱστορίες ἀπό τήν καθημερινή ζωή πού φανέρωναν καί φανερώνουν, μέ παραστατικό καί ἐντυπωσιακό τρόπο ἡ καθεμιά, κάτι ξεχωριστό γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι πού τίς ἀκοῦνε κατανοοῦν τήν ἀξία τους, ἀφοῦ ὁ Χριστός φανερώνει μ’ αὐτές μοναδικές ἀλήθειες γιά τό Θεό, τό συνάνθρωπο καί τήν ἀγάπη. Ἀκόμη χαράσσονται βαθιά μέσα τους καί τίς θυμοῦνται πάντοτε.

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

7 Φεβρουαρίου 2016 - Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Ματθαίου

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀριθμὸς 6
Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Ματθαίου
7 Φεβρουαρίου 2016
(Ματθ. κε΄, 14-30)

Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, συχνά δίδασκε τούς ἀνθρώπους μέ παραβολές. Οἱ παραβολές ἦταν φτιαχτές ἱστορίες ἀπό τήν καθημερινή ζωή πού φανέρωναν καί φανερώνουν, μέ παραστατικό καί ἐντυπωσιακό τρόπο ἡ καθεμιά, κάτι ξεχωριστό γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι πού τίς ἀκοῦνε κατανοοῦν τήν ἀξία τους, ἀφοῦ ὁ Χριστός φανερώνει μ’ αὐτές μοναδικές ἀλήθειες γιά τό Θεό, τό συνάνθρωπο καί τήν ἀγάπη. Ἀκόμη χαράσσονται βαθιά μέσα τους καί τίς θυμοῦνται πάντοτε.

Μία ἀπό τίς πολλές παραβολές τοῦ Χριστοῦ ἀκούσαμε καί στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, τήν παραβολή τῶν ταλάντων. «Ἕνας ἄνθρωπος, λέγει ὁ Ἰησοῦς, πού θά πήγαινε ταξίδι κάλεσε τούς δούλους του καί τούς ἐμπιστεύτηκε τά ὑπάρχοντά του. Σ’ ἕναν ἔδωσε πέντε τάλαντα, σ’ ἄλλον δύο, σ’ ἄλλον ἕνα, στόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν ἱκανότητά του. Καί ἔφυγε ἀμέσως γιά τό ταξίδι». Ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς, βέβαια, πού θά πήγαινε ταξίδι δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν δωρεοδότη Θεό, πού μοιράζει στούς ἀνθρώπους πλουσιοπάροχα τά χαρίσματά Του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε πῶς ὁ Θεός μοιράζει τά χαρίσματά Του. Ὁ Θεός δίνει στόν καθένα ὅσο θέλει καί ὁ ἄνθρωπος παίρνει τό χάρισμά του ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητά του. Τό εὐχάριστο βέβαια εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρίς ἔστω καί ἕνα τάλαντο. Ἀρκεῖ νά προσπαθήσουμε ὁ καθένας νά ἀνιχνεύσουμε καί νά βροῦμε μέσα μας τό χάρισμα πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός. Κι ἄς μή παραπονιόμαστε πώς τάχα ἀδικηθήκαμε. Εἶναι ἀρκετό νά γνωρίζουμε πώς «ἐκάστω δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός τό συμφέρον» καί «κατά τήν ἰδίαν δύναμιν». Ἡ ποικιλία ἐξάλλου τῶν χαρισμάτων μέσα στό θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι γεγονός. Γιά νά λειτουργεῖ ἁρμονικά καί ἀποδοτικά αὐτό τό σῶμα ἔχει ἀνάγκη πολλῶν καί ποικίλων χαρισμάτων. Γι’ αὐτό κάθε μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος θεωρεῖται καί εἶναι χαρισματοῦχο. Δέν ἔχει σημασία ἄν ὅλοι δέν ἔχουν κάποιο ἐντυπωσιακό χάρισμα. Γεγονός ὅμως εἶναι πώς ὁ καθένας ἔχει τήν ἰδιαιτερότητά του, ἀφοῦ εἶναι μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο πρόσωπο. Γι’ αὐτή τήν ποικιλία τῶν χαρισμάτων ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέγει πώς, ὅπως ἡ κιθάρα μόνο ὅταν ἔχει διαφορετικές χορδές μπορεῖ νά ἀποδίδει ἁρμονική μελωδία, ἔτσι καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία λειτουργεῖ ἁρμονικά μέ τίς διαφοροποιήσεις τῶν χαρισμάτων.

«Ὕστερα ἀπό ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, συνεχίζει ὁ Χριστός στήν παραβολή Του, γύρισε ὁ κύριος ἐκείνων τῶν δούλων καί τούς ζητεῖ λογαριασμό. Παρουσιάστηκε τότε ἐκεῖνος πού εἶχε λάβει τά πέντε τάλαντα καί τοῦ ἔφερε ἄλλα πέντε. Κύριε, τοῦ λέει, μοῦ ἐμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα, κοίτα, κέρδισα μ’ αὐτά ἄλλα πέντε. Ὁ κύριος του εἶπε: Εὖγε καλέ καί ἔμπιστε δοῦλε, ἀποδείχθηκες ἀξιόπιστος στά λίγα, γι’ αὐτό θά σοῦ ἐμπιστευθῶ πολλά. Ἔλα νά γιορτάσεις μαζί μου». Τά ἴδια ἄκουσε καί ἐκεῖνος πού πῆρε δύο τάλαντα καί τοῦ παρουσίασε τέσσερα. Ἦρθε ὅμως καί ὁ τρίτος πού εἶχε λάβει τό ἕνα τάλαντο καί τοῦ εἶπε: «Κύριε, ἤξερα πώς εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος… γι’ αὐτό φοβήθηκα καί ἔκρυψα τό τάλαντό σου στή γῆ. Ὁρίστε τά λεφτά σου». Ὁ κύριος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Πονηρέ δοῦλε καί ὀκνηρέ, ἤξερες ὅτι θερίζω ὅπου δέν ἔσπειρα… ἔπρεπε λοιπόν νά βάλεις τά χρήματα στήν τράπεζα καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα μέ τόκο. Πάρτε του λοιπόν τό τάλαντο καί δῶστε το σ’ αὐτόν πού ἔχει τά δέκα. Καί τόν ἄθλιο αὐτόν δοῦλο πετάξτε τόν ἔξω στό σκοτάδι».

Γιά τά χαρίσματα, ἀγαπητοί χριστιανοί, πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός θά λογοδοτήσουμε ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς κρίσεως. Εἶναι πλάνη νά νομίζουμε πώς τό χάρισμα μᾶς ἀνήκει καί μᾶς προσδίδει προσωπική ἀξία. Ἄν τό βλέπουμε ἔτσι, τότε τό χρησιμοποιοῦμε γιά προσωπική προβολή καί ἐπιβολή καί συχνά γιά καταδυνάστευση καί ἐκμετάλλευση τῶν ἄλλων. Ὁδηγούμαστε συνεπῶς στήν κατάχρηση τῆς δωρεᾶς, στόν ἐγωισμό, στήν ἄρνηση τῆς ἀγάπης ἤ στήν ἀδράνεια καί στήν ἀπόκρυψη τοῦ ταλάντου καί τελικά στήν ἀπώλεια τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ.Συνεπῶς, ὀφείλουμε νά καλλιεργοῦμε καί νά ἀναπτύσσουμε τά τάλαντά μας. Νά ἐργαζόμαστε πάνω σ’ αὐτά, νά τά ἀξιοποιοῦμε καί νά τά πολλαπλασιάζουμε. Ἡ ἀξιοποίηση βέβαια γίνεται ὅταν προσφέρουμε τά χαρίσματά μας «πρός τόν καταρτισμόν τῶν Ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀξιοποίηση τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει καί κοινωνική προσφορά καί φιλανθρωπία πρός τούς πάσχοντες ἀδελφούς μας. Ἐξάλλου εἶναι γνωστό ἀπό τήν παραβολή τῆς κρίσεως, πώς τό κριτήριο τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό μας. Τό ἄνοιγμα ἄρα τοῦ οὐρανοῦ καί ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας περνᾶ μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀπό τή σχέση μας δηλαδή μέ τό Χριστό, πού εἶναι ἡ κεφαλή της καί τή σχέση μας μέ τούς ἀδελφούς μας, πού εἶναι τά μέλη της. Ἄν τό συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε τά χαρίσματά μας θά χρησιμοποιηθοῦν γιά τήν προαγωγή αὐτοῦ τοῦ σώματος καί ὑπάρχει βέβαιη ἐλπίδα νά ἀκούσουμε καί ἐμεῖς τά λόγια τοῦ Κυρίου: «Εὖ δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ· εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου». Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016 ICXCNIKA Ἀ­ριθ­μὸς 5 31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016 Κυ­ρια­κή ΙΕ΄ Λου­κᾶ (Ζακ­χαί­ου) (Λουκ. ιθ´ 1-10) Ἡ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή, ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­δελ­φοί, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ συ­νάν­τη­ση τοῦ Ζακ­χαί­ου μὲ τὸ Χρι­στό. Ὁ Ζακ­χαῖ­ος ἦ­ταν ἀρ­χι­τε­λώ­νης. Οἱ τε­λῶ­νες ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ προ­πλή­ρω­ναν τοὺς φό­ρους στοὺς Ρω­μαί­ους κα­τα­κτη­τὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἀ­νε­λάμ­βα­ναν νὰ τοὺς εἰ­σπρά­ξουν οἱ ἴ­διοι ἀ­πὸ τὸ λα­ό, ἐ­πι­βα­ρύ­νον­τας ὅ­μως τοὺς φο­ρο­λο­γού­με­νους μὲ ἐ­πι­πλέ­ον πο­σὰ ἀ­πο­σκο­πῶν­τας στὸν δι­κό τους πλου­τι­σμό. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ οἱ τε­λῶ­νες θε­ω­ροῦν­ταν ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἁ­μαρ­τω­λοὶ καὶ ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν κοι­νό­τη­τα τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ.

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

ICXCNIKA
Ἀ­ριθ­μὸς 5
31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016
Κυ­ρια­κή ΙΕ΄ Λου­κᾶ (Ζακ­χαί­ου)
(Λουκ. ιθ´ 1-10)
Ἡ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή, ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­δελ­φοί, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ συ­νάν­τη­ση τοῦ Ζακ­χαί­ου μὲ τὸ Χρι­στό. Ὁ Ζακ­χαῖ­ος ἦ­ταν ἀρ­χι­τε­λώ­νης. Οἱ τε­λῶ­νες ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ προ­πλή­ρω­ναν τοὺς φό­ρους στοὺς Ρω­μαί­ους κα­τα­κτη­τὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἀ­νε­λάμ­βα­ναν νὰ τοὺς εἰ­σπρά­ξουν οἱ ἴ­διοι ἀ­πὸ τὸ λα­ό, ἐ­πι­βα­ρύ­νον­τας ὅ­μως τοὺς φο­ρο­λο­γού­με­νους μὲ ἐ­πι­πλέ­ον πο­σὰ ἀ­πο­σκο­πῶν­τας στὸν δι­κό τους πλου­τι­σμό. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ οἱ τε­λῶ­νες θε­ω­ροῦν­ταν ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἁ­μαρ­τω­λοὶ καὶ ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν κοι­νό­τη­τα τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ.
Ὁ Ζακ­χαῖ­ος, ὡ­στό­σο, ἂν καὶ τε­λώ­νης, εἶ­χε μί­α ἀ­γα­θὴ ἐ­πι­θυ­μί­α: ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὸν Ἰ­η­σοῦ. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως ἦ­ταν κον­τός, τὸ πλῆ­θος ποὺ πε­ρι­έ­βα­λε τὸ Χρι­στὸ δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ Τὸν ἀν­τι­κρύ­σει. Γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει λοι­πὸν νὰ Τὸν δεῖ σκαρ­φά­λω­σε σ’ ἕ­να δέν­τρο.
Ἡ πρά­ξη αὐ­τὴ τοῦ Ζακ­χαί­ου ἦ­ταν πρά­ξη τα­πει­νω­τι­κή. Πρῶ­τον, δι­ό­τι ἕ­νας πλού­σιος ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος τῆς ἐ­πο­χῆς σκαρ­φά­λω­νε σὰν μι­κρὸ παι­δὶ πά­νω σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δεύ­τε­ρον, δι­ό­τι, ἀ­νε­βαί­νον­τας στὸ δέν­τρο, ἐ­ξέ­θε­τε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κροῦ του ἀ­να­στή­μα­τος, πρᾶγ­μα ποὺ θὰ τὸν ἐ­ξέ­θε­τε ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ στὰ ἀρ­νη­τι­κὰ καὶ ἐν­δε­χο­μέ­νως εἰ­ρω­νι­κὰ σχό­λια τοῦ πλή­θους. Ὁ Ζακ­χαῖ­ος ὅ­μως τα­πει­νώ­νε­ται ἑ­κου­σί­ως, ἐ­πει­δὴ θέ­λει νὰ δεῖ τὸν Χρι­στό. Θέ­λει νὰ δεῖ τὸν Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πί­σης πρό­κει­ται σὲ λί­γο νὰ τα­πει­νω­θεῖ, ἀ­νε­βαί­νον­τας κι Ἐ­κεῖ­νος σ’ ἕ­να ξύ­λο, στὸ ξύ­λο τοῦ σταυ­ροῦ. Ἡ τα­πεί­νω­ση τοῦ Ζακ­χαί­ου συγ­κρο­τεῖ ση­μεῖ­ο ἐ­πα­φῆς μὲ τὸ Χρι­στό, ποὺ βα­δί­ζει τὸ δρό­μο πρὸς τὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, τὸ δρό­μο δη­λα­δὴ τῆς τα­πεί­νω­σης καὶ τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.
Γι’ αὐ­τὸ λοι­πόν, ὅ­ταν ὁ Ζακ­χαῖ­ος βλέ­πει τὸ Χρι­στό, τὸν βλέ­πει κι Ἐ­κεῖ­νος καὶ τοῦ ζη­τεῖ νὰ κα­τε­βεῖ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, δι­ό­τι αὐ­τό τὸ βρά­δυ πρό­κει­ται νὰ μεί­νει στὸ σπί­τι του. Ὁ Ζακ­χαῖ­ος κα­τε­βαί­νει καὶ Τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται μὲ χα­ρά, ἐ­νῷ τὸ πλῆ­θος, ἀ­νί­κα­νο νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὸ μή­νυ­μα καὶ τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Χρι­στοῦ, γογ­γύ­ζει καὶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ, ὅ­πως τὸν χα­ρα­κτη­ρί­ζει, Ζακ­χαί­ου, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἴ­διου τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ἐ­πέ­λε­ξε νὰ κα­τα­λύ­σει στὸ σπί­τι του.
Ἀν­τί­θε­τα ὁ Ζακ­χαῖ­ος, ἀλ­λοι­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πρό­σμε­νη ἀ­πο­δο­χὴ καὶ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λώ­νει ἑ­κου­σί­ως καὶ αὐ­το­βού­λως ὅ­τι θὰ δώ­σει τὴ μι­σή του πε­ρι­ου­σί­α στοὺς φτω­χοὺς καὶ ὅ­τι, ἐ­ὰν ἀ­δί­κη­σε κά­ποι­ον, θὰ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ τε­τρα­πλά­σια. Ἔ­χον­τας τα­πει­νω­θεῖ καὶ δι­α­πι­στώ­σει πό­σο πο­λὺ ἀ­πο­δέ­χε­ται καὶ ἀ­γα­πᾶ τὸν ἄν­θρω­πο ὁ Χρι­στός, ἐμ­φα­νί­ζε­ται πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ἔμ­πρα­κτα στὴν ἀ­γά­πη Του, υἱ­ο­θε­τῶν­τας μί­α ἀν­τί­στοι­χη στά­ση ἀ­γά­πης πρὸς τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους.
Με­τὰ τὴ γνω­στο­ποί­η­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ Ζακ­χαί­ου νὰ δι­α­νεί­μει τὴν πε­ρι­ου­σί­α του, ὁ Χρι­στὸς ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α ἦρ­θε σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι. Δι­ό­τι καὶ ὁ Ζακ­χαῖ­ος εἶ­ναι παι­δὶ τοῦ Ἀ­βρα­άμ. Εἶ­ναι, καὶ ἐ­κεῖ­νος, τὸ χα­μέ­νο πρό­βα­το ποὺ ἦλ­θε νὰ ζη­τή­σει καὶ νὰ σώ­σει ὁ κα­λὸς ποι­μέ­νας. Ὁ Υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἦρ­θε νὰ ζη­τή­σει τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ Ζακ­χαί­ου ἤ­δη πρὶν ὁ ἴ­διος ὁ Ζακ­χαῖ­ος ζη­τή­σει νὰ δεῖ ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ Χρι­στός. Ἡ σω­τη­ρί­α αὐ­τὴ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς σχέ­σης τοῦ Ζακ­χαί­ου τό­σο μὲ τὸν ἴ­διο τὸ Θε­ό, ὅ­σο καὶ μὲ τὴν κοι­νό­τη­τα τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α τὸν εἶ­χε ἀ­πο­κλεί­σει ἡ προ­γε­νέ­στε­ρη ἁ­μαρ­τω­λὴ ζω­ή του.
Ἡ ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πὴ μᾶς φα­νε­ρώ­νει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὰ στά­δια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ δι­έρ­χε­ται ἡ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λὸς καὶ ἄ­δι­κος. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως ἐ­πι­ζη­τεῖ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ σω­τη­ρί­α αὐ­τή, ἡ συ­νάν­τη­ση δη­λα­δὴ μὲ τὸ Χρι­στό, πα­ρεμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πὸ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ πλή­θη ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζουν τὸ Χρι­στό, χω­ρὶς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νὰ κα­τα­νο­οῦν καὶ νὰ ἐν­στερ­νί­ζον­ται τὸ μή­νυ­μα καὶ τὴν ἀ­πο­στο­λή Του.
Γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς τὸ Χρι­στὸ θὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ τὸ θέ­λει καὶ νὰ τὸ προ­σπα­θή­σει. Στὴ συ­νέ­χεια θὰ πρέ­πει νὰ τα­πει­νω­θεῖ, ὥ­στε νὰ ὁ­μοιά­σει ἐ­σω­τε­ρι­κὰ πρὸς ἐ­κεῖ­νον ποὺ τα­πει­νώ­θη­κε πά­νω στὸ Σταυ­ρὸ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας. Μὲ τὴν τα­πεί­νω­ση ἀ­νοί­γει ὁ δρό­μος τῆς συ­νάν­τη­σης μὲ τὸν Χρι­στό. Ἡ συ­νάν­τη­ση ὅ­μως αὐ­τὴ δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ­ται σὲ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ βι­ώ­μα­τα καὶ εὐ­σε­βεῖς σκέ­ψεις. Ἐ­ὰν εἶ­ναι γνή­σια, με­του­σι­ώ­νε­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νες πρά­ξεις. Ὁ­δη­γεῖ στὴν ἔμ­πρα­κτη ἀλ­λα­γὴ τῆς στά­σης τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Καὶ κα­τα­λή­γει ὄ­χι στὴν τυ­πι­κή, ἀλ­λὰ στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ καὶ πλή­ρη ἔν­τα­ξή του στὸ λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ, στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, στὴν κοι­νό­τη­τα δη­λα­δὴ τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἀ­γω­νί­ζον­ται νὰ ἀ­γα­πή­σουν τὸ Θε­ὸ καὶ τὸν ἄν­θρω­πο, καὶ ποὺ βι­ώ­νουν κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ θυ­σί­α ἀλ­λὰ καὶ τὴ χα­ρὰ τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ καὶ τοῦ ἀν­θρώ­που στὴ ζω­ή τους. Γέ­νοι­το. ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016 ICXCNIKA Ἀ­ριθ­μὸς 4 24 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016 Κυ­ρια­κή ΙΔ΄ Λου­κᾶ (Τοῦ τυ­φλοῦ) (Λουκ. ι­η´ 35-43) Στὸ ση­με­ρι­νό Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ὁ Χρι­στὸς βρί­σκε­ται γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ λί­γες ἡ­μέ­ρες πρὶν τὴν Σταύ­ρω­σή Του. ῾Ε­τοι­μά­ζε­ται νὰ ἀ­να­χω­ρή­σει. ῞Ε­να με­γά­λο πλῆ­θος ἀ­κο­λου­θεῖ τὸν Κύ­ριο. Μὲ με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κού­ουν τὴ δι­δα­σκα­λί­α Του. Τὴν ὡ­ραί­α ἀ­τμό­σφαι­ρα δι­α­τα­ράσ­σουν ὅ­μως οἱ δυ­να­τὲς κραυ­γές ἑ­νὸς τυ­φλοῦ.

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

ICXCNIKA
Ἀ­ριθ­μὸς 4
24 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016
Κυ­ρια­κή ΙΔ΄ Λου­κᾶ (Τοῦ τυ­φλοῦ)
(Λουκ. ι­η´ 35-43)
Στὸ ση­με­ρι­νό Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ὁ Χρι­στὸς βρί­σκε­ται γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ λί­γες ἡ­μέ­ρες πρὶν τὴν Σταύ­ρω­σή Του. ῾Ε­τοι­μά­ζε­ται νὰ ἀ­να­χω­ρή­σει. ῞Ε­να με­γά­λο πλῆ­θος ἀ­κο­λου­θεῖ τὸν Κύ­ριο. Μὲ με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κού­ουν τὴ δι­δα­σκα­λί­α Του. Τὴν ὡ­ραί­α ἀ­τμό­σφαι­ρα δι­α­τα­ράσ­σουν ὅ­μως οἱ δυ­να­τὲς κραυ­γές ἑ­νὸς τυ­φλοῦ.
῾Ο ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου καὶ ζη­τι­ά­νευ­ε. Ἡ σω­μα­τι­κὴ τύ­φλω­ση τὸν εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει στὸ κοι­νω­νι­κὸ πε­ρι­θώ­ριο. Εἶ­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες βρι­σκό­ταν στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, γνώ­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­χε ἐ­πι­τε­λέ­σει πολ­λὰ θαύ­μα­τα, ἰ­δι­αι­τέ­ρως θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ἀρ­ρώ­στους. Ὁ τυ­φλὸς Βαρ­τί­μαι­ος (αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νο­μά του) θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι εἶ­χε μπρο­στά του τὴν μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ γι­α­τρευ­θεῖ καὶ ὅ­τι δὲν ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ἀ­φή­σει νὰ φύ­γει ἀ­νεκ­με­τάλ­λευ­τη. Τὸ πλῆ­θος τοῦ κό­σμου, ἡ ἱ­ε­ρό­τη­τα τῆς ὥ­ρας τῆς δι­δα­σκα­λί­ας, τὸ κῦ­ρος τοῦ Δι­δα­σκά­λου καὶ ἡ δι­κή του κοι­νω­νι­κὴ θέ­ση τὸν ἐμ­πό­δι­ζαν νὰ προ­σεγ­γί­σει τὸν Χρι­στό. Δὲν θὰ γι­νό­ταν ἀν­τι­λη­πτός, ἂν δὲν φώ­να­ζε μὲ δυ­να­τὲς φω­νές. Ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν μεσ­σι­α­νι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα καὶ ζη­τεῖ τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Χρι­στοῦ. ῾Η ἄ­με­ση καὶ ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη τῆς ὑ­γεί­ας του καὶ ἡ ἔν­το­νη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ γι­α­τρευ­θεῖ τὸν σπρώ­χνουν σὲ αὐ­τὴν τὴν θερ­μὴ ἱ­κε­σί­α.
Οἱ ἄν­θρω­ποι ὅ­μως ποὺ προ­πο­ρεύ­ον­ταν, ποὺ βρί­σκον­ταν γύ­ρω ἀ­π’ τὸν Χρι­στὸ καὶ θαύ­μα­ζαν τὴν δι­δα­σκα­λί­α Του, ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­π’ τὶς φω­νὲς τοῦ τυ­φλοῦ καὶ τὸν ἐ­πέ­πλη­ξαν μὲ αὐ­στη­ρό­τη­τα. Ἀ­παί­τη­σαν ἀ­π’ τὸν τυ­φλὸ νὰ σι­ω­πή­σει καὶ νὰ μὴ δι­α­κό­πτει μὲ τὶς φω­νές του τὴν ὡ­ραί­α δι­δα­σκα­λί­α. Ἀ­κό­μη ἕ­να ἐμ­πό­διο πα­ρεμ­βάλ­λε­ται με­τα­ξὺ τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἀ­νάγ­κη καὶ τοῦ Θε­αν­θρώ­που.
Πολ­λὲς φο­ρὲς ἀρ­κε­τοὶ ἄν­θρω­ποι ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ γνω­ρί­σουν τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ ζή­σουν μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ὅ­μως ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση αὐ­τὴ δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται. Δὲν κα­τορ­θώ­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ ὑ­περ­νι­κή­σουν τὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ἀμ­φι­βο­λί­ες τους. ῾Η ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν λο­γι­κὴ δὲν τοὺς ἀ­φή­νει νὰ πι­στεύ­σουν. Τὰ πά­θη καὶ οἱ πο­κί­λες ἐ­ξαρ­τή­σεις τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τοὺς κρα­τοῦν αἰχ­μα­λώ­τους. Καὶ δυ­στυ­χῶς δὲν εἶ­ναι μό­νο ἡ πε­ριρ­ρέ­ου­σα κοι­νω­νι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ὁ κό­σμος ποὺ ζεῖ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν Θε­ό. Εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­νο ὅ­τι ὅ­λοι αὐ­τοὶ θέ­λουν νὰ ἀ­πο­τρέ­ψουν τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ἀ­π’ τὴν ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. ῾Υ­πάρ­χουν καὶ ἄν­θρω­ποι στὸν χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ποὺ δη­λώ­νουν ὅ­τι εἶ­ναι καὶ λέ­γον­ται Χρι­στια­νοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­μως σκαν­δα­λί­ζουν μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρά τους, τὴν ἀ­συ­νέ­πεια στὴ ζω­ή τους καὶ τὴν τυ­πο­λα­τρεί­α τους στὴ σχέ­ση τους μὲ τὸν Θε­ό. Ἀν­τὶ νὰ προσ-κα­λοῦν καὶ νὰ προ­σελ­κύ­ουν στὴν ζω­ὴ τῆς πί­στε­ως μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τοὶ ἀ­πω­θοῦν καὶ σκαν­δα­λί­ζουν.
῾Ο τυ­φλὸς ὅ­μως δὲν ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται καὶ δὲν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νε­ται. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­νά­ζει μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση. Ἐ­πι­μέ­νει καὶ πα­ρα­κάμ­πτει τὰ ἐμ­πό­δια. ῾Η στά­ση αὐ­τὴ μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ πραγ­μα­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ό, θὰ ὑ­περ­νι­κή­σει ὅ­λες τὶς δυ­σκο­λί­ες. Καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς ἐ­πι­βρα­βεύ­ει τὴν ἐ­πι­μο­νὴ τοῦ τυ­φλοῦ καὶ ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στὶς ἱ­κε­σί­ες του.
Δι­έ­κο­ψε γιὰ λί­γο τὴν δι­δα­σκα­λί­α Του, γιὰ νὰ ἀ­πευ­θύ­νει στὸν τυ­φλὸ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση τί ἀ­κρι­βῶς θὰ πε­ρί­με­νε ἀ­π’ Αὐ­τόν. Μί­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ σὲ μᾶς ἴ­σως φαί­νε­ται πε­ριτ­τή, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι φυ­σι­κὸ ἕ­νας ἄρ­ρω­στος νὰ ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἀ­πο­κτή­σει τὴν ὑ­γεί­α του.῾Η ἀ­πάν­τη­ση τοῦ τυ­φλοῦ ὅ­τι θέ­λει νὰ δεῖ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς ὑ­γεί­ας τὸν ὠ­θεῖ σὲ αὐ­τὴν τὴν ἔν­το­νη ἱ­κε­σί­α. Μί­α ἀ­νάγ­κη ἄ­με­ση καὶ ἐ­πεί­γου­σα, ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἐ­πει­δὴ ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ τὶς σω­μα­τι­κὲς αἰ­σθή­σεις. Οἱ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ποὺ πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ καὶ θαύ­μα­ζαν τὴ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Χρι­στοῦ, εἶ­χαν θε­ω­ρη­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, θρη­σκευ­τι­κὴ πε­ρι­έρ­γεια μᾶλ­λον, πα­ρὰ ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­να­ζή­τη­ση.
῾Ο Χρι­στὸς ἔ­στρε­ψε τὴν προ­σο­χή Του στὸν τυ­φλό, τὸ θαῦ­μα πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­μέ­σως καὶ ἡ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ἄλ­λα­ξε. Μέ­σα σὲ συγ­κεν­τρω­μέ­νο πλῆ­θος ἐ­κτὸς ἀ­π’ τὸν τυ­φλὸ Βαρ­τί­μαι­ο βρέ­θη­καν τό­σο ὁ ἀρ­χι­τε­λώ­νης Ζακ­χαῖ­ος λί­γο πρὶν στὴν ἴ­δια πό­λη (τὴν Ἱ­ε­ρι­χώ) ὅ­σο καὶ ἡ αἱ­μορ­ρο­οῦ­σα στὴν Κα­περ­να­ούμ. Σ’ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς πε­ρι­πτώ­σεις, μέ­σα στὸ πλῆ­θος μό­νο αὐ­τοὶ οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι κρί­θη­καν κα­τάλ­λη­λοι νὰ λά­βουν τὴ εὐ­ερ­γε­σί­α ἀ­π’ τὸν Χρι­στό.
῾Ο Χρι­στὸς, ἀ­δελ­φοί μου, ἦλ­θε στὸν κό­σμο, γιὰ νὰ ἐγ­και­νιά­σει μί­α νέ­α ζω­ὴ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο. Ὄ­χι γιὰ νὰ δι­α­τυ­πώ­σει ἁ­πλῶς ὡ­ραῖ­ες ἰ­δέ­ες. Καὶ ἄλ­λοι ἔ­χουν δι­α­κη­ρύ­ξει σο­φὲς σκέ­ψεις. Καὶ σή­με­ρα ἐ­μεῖς δι­α­νύ­ου­με μί­α πε­ρί­ο­δο κρί­σε­ως, ἀλ­λὰ δὲν με­τα­νο­οῦ­με. Δὲν ζη­τοῦ­με ἀ­π’ τὸν Χρι­στὸ λύ­σεις στὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Μό­νο ἀ­κα­τά­σχε­τες συ­ζη­τή­σεις γί­νον­ται, ἀλ­λὰ κα­νέ­να οὐ­σι­α­στι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα δὲν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται. ῾Ο τυ­φλὸς τῆς Ἱ­ε­ρι­χοῦς ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, πα­ρέ­καμ­ψε μὲ θάρ­ρος ὅ­λα τὰ ἐμ­πό­δια καὶ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ ζή­σει τὸ θαῦ­μα. Ἄς τὸν μι­μη­θοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς. Ἀ­μήν.
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ 

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ 29 Νο­εμ­βρί­ου 2015 ICXCNIKA Ἀ­ριθ­μὸς 48 Κυ­ρια­κή κστ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν 29 Νο­εμ­βρί­ου 2015 (Ἐ­φεσ. ε΄ 8-19) «Καὶ μὴ συγ­κοι­νω­νεῖ­τε τοῖς ἔρ­γοι­ς τοῖς ἀ­κάρ­ποις τοῦ σκό­τους, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἐ­λέγ­χε­τε»

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ 29 Νο­εμ­βρί­ου 2015

  

ICXCNIKA
Ἀ­ριθ­μὸς 48
Κυ­ρια­κή κστ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν
29 Νο­εμ­βρί­ου 2015
(Ἐ­φεσ. ε΄ 8-19)
  «Καὶ μὴ συγ­κοι­νω­νεῖ­τε τοῖς ἔρ­γοι­ς τοῖς ἀ­κάρ­ποις τοῦ σκό­τους, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἐ­λέγ­χε­τε» 
  
«Καί νά μή συμ­με­τέ­χε­τε στά ἔρ­γα τοῦ σκό­τους πού εἶ­ναι ἄ­καρ­πα καί ἐ­πι­βλα­βῆ. Οὔ­τε κἄν νά τά ἀ­νέ­χε­σθε, ἀλ­λά μᾶλ­λον νά τά ἐ­λέγ­χε­τε καί νά τά πα­ρου­σι­ά­ζε­τε στά μά­τια ὅ­λων ἐ­πι­βλα­βῆ καί ὀ­λέ­θρια», μᾶς δι­α­κη­ρύτ­τει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀ­δελ­φοί μου, μέ­σῳ τῶν χρι­στια­νῶν τῆς Ἐ­φέ­σου. Ἡ Ἔ­φε­σος ἦ­ταν μί­α ἀ­πό τίς πιό με­γά­λες πό­λεις τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­ςί­ας, κον­τά στή θά­λασ­σα καί γι’ αὐ­τό εἶ­χε με­γά­λη ἐμ­πο­ρι­κή κί­νη­ση. Πλού­σια πό­λη καί ὅ­που πλοῦ­τος ἐ­κεῖ καί δι­α­φθο­ρά. Τα­βέρ­νες, κρα­σί, γυ­ναῖ­κες, γλέν­τια, ἀ­σω­τί­α. Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α ἐ­νί­σχυ­ε αὐ­τή τήν ἀ­σω­τί­α τῶν κα­τοί­κων. Ἀ­φοῦ οἱ θε­οί πού πί­στευ­αν ἔ­κλε­βαν, με­θοῦ­σαν καί σκό­τω­ναν, φαν­τα­σθεῖ­τε τί ἔ­κα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ζοῦ­σαν στό σκο­τά­δι.
Ἀλ­λά ὁ Θε­ός, πού θέ­λει ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι νά πι­στέ­ψουν καί νά σω­θοῦν, ἔ­στει­λε τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο. Τά θεῖ­α λό­για του πού ἦ­ταν σάν τό φῶς τοῦ ἥ­λιου δι­έ­λυ­σαν τά σκο­τά­δια τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας. Ἄν­θρω­ποι πού πρίν ἔρ­θει ὁ Παῦ­λος ζοῦ­σαν τήν πιό δι­ε­φθαρ­μέ­νη ζω­ή, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τό κή­ρυγ­μα αἰ­σθάν­θη­καν κά­τι με­γά­λο στήν καρ­διά τους. Ἄ­νοι­ξαν τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς καί εἶ­δαν τό ἀ­λη­θι­νό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ, πί­στε­ψαν, με­τά­νι­ω­σαν, ἔ­κλα­ψαν γιά τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά τους, μί­ση­σαν τό σα­τα­νᾶ καί τά πο­νη­ρά ἔρ­γα του, βα­πτί­σθη­καν κι ἔ­γι­ναν Χρι­στια­νοί. Καί συμ­πο­λί­τες τους, πού ἔ­βλε­παν τή ζω­ή τους καί τούς θαύ­μα­ζαν, πα­ρα­κι­νοῦν­ταν καί πί­στευ­αν στό Χρι­στό.
Ἀλ­λά ὑ­πῆρ­χαν καί ἄν­θρω­ποι κα­κοί καί δι­ε­στραμ­μέ­νοι πού δέν ἔ­βλε­παν μέ κα­λό μά­τι αὐ­τή τήν ἀλ­λα­γή. Μι­σοῦ­σαν τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ, για­τί ἔ­χα­ναν πε­λά­τες. Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α γι’ αὐ­τούς ἦ­ταν ἐμ­πό­ριο. Ἔ­φτια­χναν μι­κρά καί με­γά­λα ἀ­γάλ­μα­τα πού τά που­λοῦ­σαν. Δι­α­τη­ροῦ­σαν τα­βέρ­νες μέ ἄ­φθο­νο κρα­σί, σπί­τια μέ­σα στά ὁ­ποῖ­α ἐρ­γα­ζό­ταν ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Ὅ­λο αὐ­τό τό ἐμ­πό­ριο κιν­δύ­νευ­ε νά χα­θεῖ ἄν οἱ κά­τοι­κοι τῆς Ἐ­φέ­σου γί­νον­ταν Χρι­στια­νοί. Μί­ση­σαν τόν Παῦ­λο καί τόν θε­ώ­ρη­σαν ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἐ­χθρό τους. Θά τόν σκό­τω­ναν ἄν ὁ Θε­ός δέν τόν προ­στά­τευ­ε ἀ­πό τή μα­νί­α τους.
Ὁ Παῦ­λος ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν Ἔ­φε­σο καί πῆ­γε σ’ ἄλ­λα μέ­ρη. Ἤ­ξε­ρε πώς οἱ Χρι­στια­νοί ἔ­πρε­πε νά στη­ρι­χθοῦν στήν πί­στη γιά νά μή νι­κη­θοῦν ἀ­πό τούς ὑ­πό­λοι­πους εἰ­δω­λο­λά­τρες, συγ­γε­νεῖς, φί­λους καί γνω­στούς, πού θά προ­σπα­θοῦ­σαν νά τούς τρα­βή­ξουν στήν πα­λιά θρη­σκεί­α. Ὁ δι­ά­βο­λος ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τά μι­κρά δῆ­θεν καί ἀ­θῶ­α, γιά νά κα­τα­λή­ξει στά με­γά­λα ἁ­μαρ­τή­μα­τα. «Ἔ­λα κα­η­μέ­νε, ἕ­να πο­τη­ρά­κι κρα­σί θά πι­οῦ­με, δέ χά­θη­κε ὁ κό­σμος»! Ναὶ, ἀλ­λά ἐ­άν τὸ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γί­νουν δύ­ο, τά δύ­ο τέσ­σε­ρα, ἡ κα­τά­λη­ξη θὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἀλ­κο­ο­λι­κός μέ­θυ­σος πού δέ θά μπο­ρεῖ νά ξε­φύ­γει ἀ­π’ τό πο­τή­ρι τό κρα­σί, τό οὖ­ζο, τό ἀλ­κο­όλ.
Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος συ­νι­στᾶ σέ ὅ­λους μας νά μήν ἔ­χου­με φι­λί­ες μέ ἀν­θρώ­πους πού ζοῦν μέ­σα στήν αἰ­σχρή ζω­ή. Πο­τέ νά μήν δι­και­ο­λο­γοῦ­με τά πο­νη­ρά τους ἔρ­γα. Μέ τά λό­για μας καί τό πα­ρά­δειγ­μά μας νά τούς ἐ­λέγ­χου­με μή­πως με­τα­νι­ώ­σουν κι αὐ­τοί καί ἐ­πι­στρέ­ψουν. Ὁ ἔ­λεγ­χος πού θά κά­νουν οἱ Χρι­στια­νοί, πάν­το­τε μέ ἀ­γά­πη καί συγ­κα­τά­βα­ση, θά ξε­σκε­πά­σει ὅ­λη τή δι­α­φθο­ρά τους κι ὅ­σοι ἀ­π’ αὐ­τούς εἶ­ναι κα­λο­προ­αί­ρε­τοι μπο­ροῦν νά με­τα­νο­ή­σουν καί νά σω­θοῦν. Ὁ ἔ­λεγ­χος θά εἶ­ναι σάν τό φάρ­μα­κο, πού εἶ­ναι πι­κρό καί δυ­σά­ρε­στο καί δέ θέ­λει νά τό πά­ρει ὁ ἄρ­ρω­στος. Κι ὅ­μως τό πι­κρό αὐ­τό φάρ­μα­κο θά εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α του.
Χω­ρίς δι­δα­σκα­λί­α, χω­ρίς ἔ­λεγ­χο τῆς κα­κί­ας καί τῆς δι­α­φθο­ρᾶς οἱ κοι­νω­νί­ες θά σα­πί­σουν καί θά κα­τα­στρα­φοῦν. Ἀλ­λοί­μο­νο στίς κοι­νω­νί­ες πού μι­σοῦν τόν ἔ­λεγ­χο καί κα­τα­δι­ώ­κουν τούς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους πού κη­ρύτ­τουν καί γρά­φουν τήν ἀ­λή­θεια. «Καὶ μὴ με­θύ­σκε­σθε οἴ­νῳ ἐ­ν ᾧ ἐ­στὶ ἀ­σω­τί­α», γρά­φει στούς Ἐ­φε­σί­ους. Κά­θε βρά­δυ ἔ­βλε­πε ἀν­θρώ­πους πολ­λούς νά εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νοι, νά μήν ξέ­ρουν τί λέ­νε καί τί κά­νουν, νά γυ­ρί­ζουν στά σπί­τια τους καί νά βα­σα­νί­ζουν τίς γυ­ναῖ­κες καί τά παι­διά τους. Μα­κριά ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α τῆς μέ­θης. Εἰ­δω­λο­λά­τρης καί μέ­θυ­σος ται­ριά­ζει. Χρι­στια­νός καί μέ­θυ­σος δέν ται­ριά­ζει. Τό ἀλ­κο­όλ κα­τα­στρέ­φει τήν ὑ­γεί­α, πο­τί­ζει ὅ­λο τό σῶ­μα μέ δη­λη­τή­ριο, σκο­τώ­νει τόν ἄν­θρω­πο.
Ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­ταν ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί δέν δι­δά­σκου­με καί δέν ἐ­λέγ­χου­με μέ λό­για καί προ­πάν­των μέ τή ζω­ή μας, τό κα­κό αὐ­τό μέ τήν ἔ­νο­χη σι­ω­πή μας ἐ­ξα­πλώ­νε­ται. Εἴ­θε ὁ Θε­ός, διά πρε­σβει­ῶν τῆς Θε­ο­τό­κου καί ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων, νά φω­τί­σει καί νά δυ­να­μώ­σει κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς, ὥ­στε νά ἀ­κου­σθεῖ καί πά­λι στόν τό­πο μας ἡ σάλ­πιγ­γα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τό κή­ρυγ­μα τῆς με­τα­νοί­ας, γιά νά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νά γί­νου­με πο­λί­τες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἀ­μήν.
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ 

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015 ICXCNIKA Ἀ­ριθ­μὸς 45 Κυ­ρια­κή κγ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν Σύ­να­ξις τῶν ἀρ­χι­στρα­τή­γων Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ 8 Νο­εμ­βρί­ου 2015 (Ἑ­βρ. β΄ 2-10) «Τὶ ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅ­τι μι­μνή­σκῃ αὐ­τοῦ,ἤ υἱ­ός ἀν­θρώ­που ὅ­τι ἐ­πι­σκέ­πτῃ αὐ­τόν;»

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015

ICXCNIKA
Ἀ­ριθ­μὸς 45
Κυ­ρια­κή κγ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν
Σύ­να­ξις τῶν ἀρ­χι­στρα­τή­γων Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ
8 Νο­εμ­βρί­ου 2015
(Ἑ­βρ. β΄ 2-10)
«Τὶ ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅ­τι μι­μνή­σκῃ αὐ­τοῦ,ἤ υἱ­ός ἀν­θρώ­που ὅ­τι ἐ­πι­σκέ­πτῃ αὐ­τόν;»
Σή­με­ρα, ἀ­δελ­φοί μου, ἑ­ορ­τά­ζουν ἀ­να­ρίθ­μη­τα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἄγ­γε­λοι καί ἀρ­χάγ­γε­λοι. Ἡ ἑ­ορ­τή αὐ­τή μᾶς βο­η­θᾶ νά αἰ­σθαν­θοῦ­με τήν ὕ­παρ­ξη τῶν ἀγ­γέ­λων καί νά τούς τι­μή­σου­με ὅ­πως πρέ­πει. Στό πρῶ­το ἄρ­θρο τοῦ «Πι­στεύ­ω» ὁ­μο­λο­γοῦ­με ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι «ποι­η­τής οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, ὁ­ρα­τῶν τέ πάν­των καί ἀ­ο­ρά­των».
Ὁ Θε­ός ἔ­φτια­ξε τά ὁ­ρα­τά καί τά ἀ­ό­ρα­τα. Ὁ­ρα­τά εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να πού βλέ­που­με μέ τά μά­τια μας ἤ μέ τή βο­ή­θεια ὀρ­γά­νων καί δι­α­κρί­νον­ται σέ τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες. Στήν πρώ­τη αὐ­τά πού ὑ­πάρ­χουν, ὅ­πως τά βου­νά, τά λαγ­κά­δια, οἱ πο­τα­μοί, οἱ θά­λασ­σες. Στή δεύ­τε­ρη ἀ­νή­κουν αὐ­τά πού ὑ­πάρ­χουν καί αὐ­ξά­νον­ται. Ρί­χνου­με ἕ­να σπό­ρο στή γῆ καί ἀ­π’ αὐ­τόν φυ­τρώ­νει ὁ­λό­κλη­ρο δέν­τρο. Τά φυ­τά καί τά ζῶ­α ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­τήν τήν κα­τη­γο­ρί­α.
Ὑ­πάρ­χει καί ἡ τρί­τη κα­τη­γο­ρί­α, ἡ ἀ­νώ­τε­ρη, στήν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει ὁ ἄν­θρω­πος, πού ἐ­κτός ἀ­πό τήν ὕ­παρ­ξη καί τήν αὔ­ξη­ση ἔ­χει καί τή σκέ­ψη, τό μυα­λό, τήν ψυ­χή, πού τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει κο­ρω­νί­δα τῆς θεί­ας δη­μι­ουρ­γί­ας. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι δι­πλός, ὁ­ρα­τός καί ἀ­ό­ρα­τος. Ὁ­ρα­τό εἶ­ναι τό σῶ­μά του καί ἀ­ό­ρα­τη ἡ ψυ­χή του. Τό ὁ­ρα­τό τό βλέ­που­με. Τό ἀ­ό­ρα­το εἶ­ναι ἄ­γνω­στο. Βλέ­πεις ἕ­ναν χα­μο­γε­λα­στό ἄν­θρω­πο καί πᾶς νά τοῦ πεῖς κα­λη­μέ­ρα, σέ κοι­τά­ζει ἀ­μή­χα­να καί σοῦ βά­ζει τίς φω­νές. Μυ­στι­κός κό­σμος ἡ ψυ­χή τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που. Τό σῶ­μά μας συγ­γε­νεύ­ει μέ τόν ὑ­πό­λοι­πο ὁ­ρα­τό κό­σμο, τούς ἀγ­γέ­λους. Ὅ­λος ὁ ὑ­λι­κός κό­σμος ἔ­χει μι­κρή ἀ­ξί­α μπρο­στά στήν ἀ­ξί­α μιᾶς ψυ­χῆς. Γι’ αὐ­τό ὁ Χρι­στός μᾶς εἶ­πε: «Τί ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­άν κερ­δί­ςῃ τόν κό­σμον ὅ­λον καί ζη­μι­ω­θῇ τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ»;
Ὅ­πως ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τά ζῶ­α καί τά ζῶ­α ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τά φυ­τά καί τά φυ­τά ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τά βρά­χια, ἔ­τσι ὑ­ψη­λό­τε­ρα δη­μι­ουρ­γή­μα­τα πά­νω ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι οἱ ἄγ­γε­λοι. Δέν ἔ­χουν σῶ­μα ὑ­λι­κό οἱ ἄγ­γε­λοι ἀλ­λά λε­πτό­τα­το, αἰ­θέ­ριο, σχε­δόν ἄ­ϋ­λο. Καί λό­γῳ τῆς αἰ­θέ­ριας σύ­στα­σής τους κι­νοῦν­ται τα­χύ­τα­τα. Οἱ ἄγ­γε­λοι δέν εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Θε­ός ἀλ­λά κι­νοῦν­ται μέ με­γά­λη τα­χύ­τη­τα.  Ἔ­τσι βλέ­πουν τά με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ, τόν ὑ­μνοῦν καί τόν δο­ξο­λο­γοῦν λέ­γον­τας τό «Ἅ­γιος, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος Κύ­ριος Σα­βα­ώθ, πλή­ρης ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ τῆς δό­ξης σου». (Θ. Λειτ. Ἡσ. 6,3).
Ἐ­κτός ἀ­πό τούς ἀ­κα­τά­παυ­στους ὕ­μνους πρός τό Θε­ό οἱ ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι δι­αγ­γε­λεῖς, πού με­τα­φέ­ρουν τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ στούς ἀν­θρώ­πους. Εἶ­ναι, ἐ­πί­σης, φύ­λα­κες τῶν ἀν­θρώ­πων. «Ἄγ­γε­λον εἰ­ρή­νης, πι­στόν ὁ­δη­γόν, φύ­λα­κα τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των ἡ­μῶν» ζη­τοῦ­με κά­θε μέ­ρα στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι δί­πλα μας. Τί με­γά­λο πράγ­μα εἶ­ναι αὐ­τό! Τό σκε­φτή­κα­με; Τό πι­στεύ­ου­με; Σέ κά­θε βῆ­μά μας ἔ­χου­με ἄγ­γε­λο φύ­λα­κα. Δί­πλα στόν κά­θε χρι­στια­νό ἀ­πό τήν ὥ­ρα πού θά βα­πτι­σθεῖ μέ­χρι τήν ὥ­ρα πού θά ξε­ψυ­χή­σει, ἄγ­γε­λος πα­ρα­στέ­κει. Καί ὁ ἄγ­γε­λός μας χαί­ρει, ὅ­ταν ἐ­μεῖς κά­νου­με τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, λυ­πᾶ­ται δέ καί θρη­νεῖ ὅ­ταν ἐ­μεῖς τό πα­ρα­βαί­νου­με. «Χα­ρά γί­νε­ται ἐν οὐ­ρα­νῶ ἐ­πί ἐ­νί ἁ­μαρ­τω­λῶ με­τα­νο­οῦν­τι». (Λουκ. 15,10) Ὅ­ταν ἐ­δῶ πέ­φτει ἕ­να δά­κρυ με­τα­νοί­ας, στόν οὐ­ρα­νό οἱ ἄγ­γε­λοι πα­νη­γυ­ρί­ζουν. Ἔ­λε­γε ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός: «Ὅ­πως δέν τολ­μᾶς μπρο­στά σ’ ἕ­να μι­κρό παι­δί νά κά­νεις κά­ποι­α αἰ­σχρή πρά­ξη, ἔ­τσι καί μπρο­στά στόν ἄγ­γε­λό σου νά ζεῖς μί­α ζω­ή ἀ­κη­λί­δω­τη».
Ὁ ἄγ­γε­λος, λοι­πόν, εἶ­ναι τό ἀ­νώ­τε­ρο δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ στούς οὐ­ρα­νούς. Ἀλ­λά καί ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­δῶ στή γῆ μπο­ρεῖ νά γί­νει ἐ­πί­γει­ος ἄγ­γε­λος, νά μι­μη­θεῖ τούς ἀγ­γέ­λους, νά γί­νει ἔν­σαρ­κος ἄγ­γε­λος, ὅ­πως ἔ­γι­νε ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος, ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας ὁ Θε­σβί­της, ὅ­σιοι καί ἀ­σκη­τές καί πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἔγ­γα­μοι καί ἄ­γα­μοι. Στόν κό­σμο τοῦ­το σή­με­ρα ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ζοῦν ὡς ὑ­λι­κά ὄν­τα καί τε­τρά­πο­δα, ἄλ­λοι ὡς ἄν­θρω­ποι καί ἄλ­λοι ζοῦν ὡς ἄγ­γε­λοι.
Πα­ρα­πά­νω, ὅ­μως, ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους καί τούς ἀγ­γέ­λους εἶ­ναι ὁ Θε­άν­θρω­πος Χρι­στός. Αὐ­τός πού κυ­βερ­νᾶ τά πάν­τα, πού κα­τέ­χει τά κλει­διά τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. «Εἷς ἅ­γιος, εἷς Κύ­ριος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, εἰς δό­ξαν Θε­οῦ Πα­τρός». Σ’ Αὐ­τόν ἁρ­μό­ζει τό εἰ­σα­γω­γι­κό χω­ρί­ο «Τί ἐ­στιν ἄν­θρω­πος». Πό­σο σπου­δαῖ­ο πλά­σμα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος καί τόν θυ­μᾶ­σαι, Κύ­ρι­ε; Τί εἶ­ναι τό παι­δί, ὁ ἀ­πό­γο­νος τοῦ ἀν­θρώ­που καί τόν προ­σέ­χεις, ἔρ­χε­σαι καί τόν βο­η­θεῖς;
Ἀ­δελ­φοί μου, πολ­λά κυ­ρί­ως ὑ­λι­κά καί ἀν­θρώ­πι­να δη­μι­ουρ­γή­μα­τα θαυ­μά­ζου­με σή­με­ρα καί κά­ποι­α φυ­σι­κά το­πί­α, γιά τά ὁ­ποῖ­α, δυ­στυ­χῶς, θε­ο­ποι­οῦ­με τή φύ­ση καί λέ­με: «τί κά­νει ἡ φύ­ση!», ἀν­τί νά λέ­με: «Τίς Θε­ός μέ­γας ὡς ὁ Θε­ός ἡ­μῶν∙ Σύ εἶ ὁ Θε­ός ὁ ποι­ῶν θαυ­μά­σια μό­νος». Ἀ­γνο­οῦ­με, ὅ­μως, πώς ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιά νά σώ­σει τόν ἄν­θρω­πο καί νά τόν ξα­να­βά­λει στόν Πα­ρά­δει­σο ὅ­που ἀ­νή­κει. Ἀ­μήν.ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Ἀ­ριθ­μὸς 44 Κυ­ρια­κή κβ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν Τῶν Ἁ­γί­ων Κο­σμᾶ καί Δα­μια­νοῦ τῶν ἀ­ναρ­γύ­ρων 1 Νο­εμ­βρί­ου 2015 (Α΄ Κορ. ιβ΄, 27 – ιγ΄ 7) «Ἡ ἀ­γά­πη πάν­τα στέ­γει… οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει»

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 44
Κυ­ρια­κή κβ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν
Τῶν Ἁ­γί­ων Κο­σμᾶ καί Δα­μια­νοῦ τῶν ἀ­ναρ­γύ­ρων
1 Νο­εμ­βρί­ου 2015
(Α΄ Κορ. ιβ΄, 27 – ιγ΄ 7)

«Ἡ ἀ­γά­πη πάν­τα στέ­γει… οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει»
Ὕ­μνος τῆς ἀ­γά­πης, ἀ­δελ­φοί μου, ἔ­χει ὀ­νο­μα­στεῖ τὸ 13ο κε­φά­λαι­ο τῆς Α΄ πρὸς Κο­ριν­θί­ους ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἡ πε­ρι­κο­πὴ ποὺ ἀ­κού­σα­με σή­με­ρα, ἑ­ορ­τὴ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων. Θε­ω­ρεῖ­ται, ὄ­χι ἄ­δι­κα, ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς ὡ­ραι­ό­τε­ρες σε­λί­δες στὴν παγ­κό­σμια φι­λο­λο­γί­α καὶ ὡς τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο κομ­μά­τι ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­γρα­ψε ὁ Ἀ­πό­στο­λος.

Ἡ ἀ­γά­πη σκε­πά­ζει ὅ­λες τὶς ἐλ­λεί­ψεις τοῦ πλη­σί­ον καὶ δὲν τὸν δι­α­πομ­πεύ­ει γι’ αὐ­τές. Αὐ­τὸς ποὺ ἀ­γα­πᾶ, συμ­βου­λεύ­ει καὶ ὑ­πο­δει­κνύ­ει στὸν ἀ­δελ­φό του τὰ σφάλ­μα­τά του ἀλ­λὰ πο­τέ δὲν τὰ δη­μο­σι­εύ­ει γιὰ νὰ τὸν ντρο­πια­σει μπρο­στα σὲ ἄλ­λους. Ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ δι­εκ­δι­κεῖ τὰ δι­και­ώ­μα­τά του – γιὰ νὰ μὴν τὸν θε­ω­ροῦν καὶ βλά­κα ποὺ ὁ κα­θέ­νας μπο­ρεῖ νὰ τὸν κα­τα­φρο­νεῖ – ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ πρέ­πει νὰ θυ­σιά­ζει τὰ δι­και­ώ­μα­τά του.

Ἕ­νας νέ­ος παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­βα­λε στε­φά­νι, ἔ­γι­νε πα­τέ­ρας. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ ὅ­πως πρῶ­τα. Ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρος νοι­α­ζό­ταν μό­νο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Τώ­ρα θὰ θυ­σιά­σει τὰ προ­σω­πι­κά του. Τώ­ρα ἔ­χει γυ­ναῖ­κα, πρέ­πει νὰ νοι­ά­ζε­ται γι’ αὐ­τήν, γιὰ τὸ σπί­τι, γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ξο­δεύ­ει τὰ χρή­μα­τα μό­νο γιά τὸν ἑ­αυ­τό του. Θὰ πε­ρι­ο­ρί­σει τὶς ἀ­παι­τή­σεις του γιὰ τοὺς δι­κούς του.

Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει γιὰ μί­α κο­πέλ­λα ποὺ παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­γι­νε μά­να. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ ὅ­πως πρῶ­τα. Τώ­ρα ἔ­χει ἄν­τρα καὶ παι­διά. Θὰ θυ­σιά­σει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἀ­να­ψυ­χῆς, ἀ­κό­μα καὶ τοῦ ὕ­πνου καὶ θὰ κα­θί­σει στὸ προ­σκέ­φα­λο τοῦ παι­διοῦ της. Τὸ ἔρ­γο τῆς μά­νας εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι θυ­σί­α.

Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μά­να κα­λοῦν­ται νὰ κά­νουν θυ­σί­ες. Καὶ ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­ποῦν τὰ παι­διά τους, μπρο­στὰ σὲ ἄλ­λους δι­και­ο­λο­γοῦν τὶς πρά­ξεις τους, τὰ προ­στα­τεύ­ουν. Ἀλ­λὰ ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ ἡ ζω­ὴ του εἶ­ναι ταυ­τι­σμέ­νη μὲ τὴ θυ­σί­α, αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Σὰν τὴ μά­να καὶ σὰν τὸν πα­τέ­ρα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Βε­βαί­ως καὶ θὰ κη­ρύ­ξει δη­μό­σια ἤ θὰ μι­λή­σει, θὰ συμ­βου­λεύ­σει τοὺς ἐ­νο­ρί­τες του ἰ­δι­ω­τι­κά. Πο­τέ ὅ­μως δὲν θὰ δη­μο­σι­ο­ποι­ή­σει τὶς συ­ζη­τή­σεις αὐ­τές, δὲν θὰ ζη­τή­σει δι­και­ώ­μα­τα. Τὰ δά­κρυ­α τῆς μά­νας, οἱ κό­ποι τοῦ πα­τέ­ρα, οἱ ἱ­δρῶ­τες τοῦ ἱ­ε­ρέ­α δὲν πλη­ρώ­νον­ται. Ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ δι­κή του ἀ­μοι­βή, ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς συ­νεί­δη­σης. Σ’ ἕ­να χω­ριό ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πάμ­πτω­χος δά­σκα­λος. «Τί κα­τά­λα­βες στὴ ζω­ή;» τὸν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος. «Ἔ­χω τὴ χα­ρὰ ὅ­τι ἐκ­παί­δευ­σα ὅ­λο τὸ χω­ριό». Ἠ­θι­κὴ ἀ­μοι­βή.

Ὅ­λα τὰ σκε­πά­ζει ἡ ἀ­γά­πη, ἡ ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη, ποὺ δὲν ζη­τᾶ ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα. Ἡ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­χε στὴν καρ­διά του ὁ Ἅ­γιος Δι­ο­νύ­σιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος συγ­χώ­ρη­σε τὸ φο­νιὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του, τὸν ἔ­κρυ­ψε γιὰ νὰ τὸν προ­στα­τέ­ψει ἀ­πὸ τὸν ὄ­χλο,τὸν προ­μή­θευ­σε μὲ τρό­φι­μα καὶ νε­ρὸ καὶ τὸν ἔ­στει­λε μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ ἐ­κεί­νη γιὰ νὰ τὸν γλυ­τώ­σει.

Ἡ ἀ­γά­πη οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει. «Οὐ­δέ­πο­τε παύ­ε­ται», λέ­γει ὁ Θε­ό­φρα­στος. Εἶ­ναι λου­λού­δι τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ πέ­τα­λα δὲν πέ­φτουν πο­τέ. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει καὶ με­τὰ τὸ θά­να­τό μας. Τὰ αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θὰ εἶ­ναι ἀ­νε­ξάν­τλη­τα καὶ δὲν μοιά­ζουν μὲ ἕ­να πουγ­κὶ χρυ­σᾶ νο­μί­σμα­τα ποὺ τὰ παίρ­νου­με μί­α φο­ρά καὶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ται. Χω­ρὶς τέ­λος καὶ πάν­το­τε ὁ σω­σμέ­νος χρι­στια­νὸς θὰ βρί­σκε­ται σὲ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μὲ τὸ Θε­ό. «Τώ­ρα, στὴν πα­ροῦ­σα ζω­ὴ μέ­νουν ἡ πί­στη, ἡ ἐλ­πί­δα καὶ ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὰ τὰ τρί­α. Με­γα­λύ­τε­ρη δὲ ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη», μᾶς λέ­γει ὁ Θεῖ­ος Παῦ­λος κλεί­νον­τας τὸ κε­φά­λαι­ο. «Τῆς συν­τε­λεί­ας ἐλ­θού­σης ἡ μὲν πί­στις καὶ ἡ ἐλ­πὶς παυ­θή­σον­ται… ἡ δὲ ἀ­γά­πη μέ­νει, κρα­ται­ο­τέ­ρα γι­νο­μέ­νη καὶ σφο­δρο­τέ­ρα», σύμ­φω­να μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ Ζι­γα­βη­νοῦ. Ἡ πί­στη φεύ­γει ὅ­ταν μὲ τὰ μά­τια μας θὰ δοῦ­με τὸ Θε­ό. Θὰ γί­νει αὐ­το­ψί­α καὶ δὲν θὰ χρει­ά­ζε­ται πλέ­ον ἡ πί­στη. Ἡ ἐλ­πί­δα θὰ πε­ρά­σει ἀ­φοῦ θὰ μᾶς δο­θοῦν ἐ­κεῖ­να στὰ ὁ­ποῖ­α τώ­ρα ἐλ­πί­ζο­με. Ἡ ἀ­γά­πη ὅ­μως θὰ πα­ρα­μέ­νει καὶ θὰ αὐ­ξά­νε­ται σὲ τέ­λει­ο βαθ­μό. Ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἡ καρ­διά τους εἶ­ναι γε­μά­τη ἀ­πὸ ἀ­γά­πη, προ­σεγ­γί­ζουν πρὸς τὴν τε­λει­ό­τη­τα. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Καὶ ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ Θε­ὸς πρό­κει­ται νὰ φα­νεῖ «κα­θώς ἐ­στι», πρό­σω­πον πρὸς πρό­σω­πον, πα­ρα­μέ­νει σὲ ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ ἡ ἀ­γά­πη.

Ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶ­με εἰ­λι­κρι­νά, θὰ προ­στα­τεύ­ου­με τοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας καὶ πάν­τα, μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ θὰ ἀρ­χί­σου­με νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Πα­ρα­δεί­σου ἀ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

4 Ὀκτωβρίου 2015 - Κυριακή ΙΗ΄ Ἐπιστολῶν

E-mail Εκτύπωση PDF
ApostolosΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 40
Κυριακή ΙΗ΄ Ἐπιστολῶν
4 Ὀκτωβρίου 2015
(Β΄ Κορ. θ΄, 6-11)
«Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ'εὐλογίαις ἐπ' εὐλογίαις καὶ θερίσει»
Ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ τσιγγουνιά, μὲ τσιγγουνιά καὶ θὰ θερίσει. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει ἄφθονα, ἄφθονα καὶ θὰ θερίσει. Φαίνεται πὼς ἀδειάζουν, ἀδελφοί μου, οἱ ἀποθῆκες τοῦ σιταριοῦ κάθε φθινόπωρο ποὺ σπέρνουν οἱ γεωργοὶ τὰ χωράφια τους καὶ σκορπίζουν τὸ σπόρο στὴν ὀργωμένη γῆ. Δὲν θὰ περάσουν ὅμως πολλοὶ μῆνες καὶ ἡ συγκομιδὴ θὰ γεμίσει τὶς ἀποθῆκες μὲ περισσότερο σιτάρι ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔσπειρε ὁ γεωργός. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. Φαίνεται πὼς ἀποξενώνεται ἀπὸ τὰ ἀγαθά του ἐκεῖνος ποὺ ἐλεεῖ, ἀλλὰ μόνο πρόσκαιρα, γιατί πρόκειται νὰ θερίσει πολλαπλάσια ἀγαθά, ἴσως ὄχι στὴν παροῦσα ἀλλὰ ὁπωσδήποτε στὴ μέλλουσα ζωή.
Ὁ γεωργὸς πάλι ποὺ σπέρνει στὰ χωράφια του ἐνδέχεται νὰ διαψευσθεῖ στὶς ἐλπίδες του, γιατί θεομηνίες καὶ δυσμένεια καιρῶν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψουν τὴ σπορὰ ἢ τὴ συγκομιδή. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς οἱ κόποι του καὶ οἱ δαπάνες του ἔγιναν μάταια, δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ σπείρη. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἐλεεῖ καὶ εὐεργετεῖ δὲν πρόκειται νὰ διαψευσθεῖ. Καὶ ὅμως δυσκολευόμαστε νὰ ἐλεοῦμε γιατί ἡ πίστη μας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἡ ἐλπίδα μας εἶναι ἀσθενέστερη ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ποὺ ἔχει ὁ γεωργὸς στὰ χωράφια του.
Ὁ σπόρος τῆς ἀγάπης μας ποὺ πέφτει στὸ χωράφι τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας εἶναι κέρδος. Ὅσο περισσότερος ὁ σπόρος, τόσο πλουσιώτερη ἡ καρποφορία τοῦ θερισμοῦ. Ὅταν ἀφιερώνουμε μία ὥρα ἀπὸ τὸ χρόνο μας γιὰ νὰ ἐπισκεφτοῦμε ἕναν ἐγκαταλελειμμένο ἀδελφό μας, δὲν χάνουμε τὴν ὥρα μας. Τὴν κερδίζουμε. Ὅταν σκορπίζουμε στὰ χέρια τῶν φτωχῶν τὸ σπόρο τῆς ἀγάπης μας, καταθέτουμε κεφάλαια στὶς τράπεζες τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ εἶναι κατηγορηματική: «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα».
Ἐλεημοσύνη, μία λέξη τόσο παρεξηγημένη στὴν ἐποχή μας. Χρειάζεται προσοχὴ ὅμως, γιατί ὑπάρχει ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ διαβόλου. Ἐλεημοσύνη τοῦ διαβόλου εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη ἐκείνων ποὺ ἐλεοῦν αὐτούς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, προκειμένου νὰ τοὺς ἐκμεταλλευθοῦν. Μία τέτοια ἐλεημοσύνη δὲν ἔχει ἀξία μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δὲν εἶναι ἀγάπη αὐτό. Δὲν τὴν θέλει ὁ Θεός. «Μὴ ἐκ λύπης ἤ ἐξ ἀνάγκης. Ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός». Θεάρεστη ἐλεημοσύνη εἶναι ἐκείνη ποὺ γίνεται ἄδολα, ἀπὸ ἀγάπη καὶ μυστικά, εἴτε ἐκ τοῦ περισσεύματος εἴτε ἀκόμη περισσότερο ἐκ τοῦ ὑστερήματος.
Τὰ λεφτὰ ποὺ κρύβουν οἱ φιλάργυροι στὰ σεντούκια καὶ τὰ χρηματοκιβώτια ἢ τὰ μεταφέρουν στὴν Ἑλβετία, αὐτὰ ὄχι μόνο εἶναι ἄχρηστα ἀλλὰ θὰ’ ‘ρθεῖ μέρα ποὺ ὁ διάβολος θὰ τὰ ξεθάψει καὶ θὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ κακοὺς σκοπούς. Θὰ γίνουν τὰ τριάκοντα ἀργύρια τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα. Τὸ μόνο χρῆμα ποὺ μένει καὶ φέρνει τόκο καὶ ἐπιτόκιο, εἶναι αὐτὸ ποὺ δίνεις κρυφὰ ἐλεημοσύνη, μὲ γλυκύτητα καὶ καλοσύνη. Ἕνα δίνεις, ἑκατὸ θὰ σοῦ ἔρθουν. Εἶναι γραμμένο: «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ 33,11). Εἶναι δυνατὸν νὰ βρεθεῖ χαμένος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πράττει ἢ θυσιάζει κάτι, μὲ τὸ ὁποῖο εὐαρεστεῖται ὁ Θεός; Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὔνοια τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι προτιμότερες ἀπὸ κάθε ἄλλο ἀγαθὸ καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴ ζωή;
Τότε εἴμαστε ἀληθινοὶ χριστιανοί, ἀδελφοί μου, ὅταν τηροῦμε τὶς ἀλήθειες καὶ τοὺς νόμους τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὴ τὴν ὑποταγή μας στὸ Εὐαγγέλιο ὀφείλουμε νὰ ἀποδεικνύουμε μὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Αὐτὰ θὰ σφραγίζουν τὴν πίστη καὶ τὴν ὁμολογία μας στὸ Εὐαγγέλιο καὶ θὰ γίνονται ἀφορμὴ νὰ δοξολογεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συσφίγγονται οἱ δεσμοὶ τῆς ἀγάπης καὶ ἐγκαρδιότητας μεταξὺ τῶν χριστιανῶν. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε πὼς πλασθήκαμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ βοηθάει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ νὰ δοξάζεται ἔτσι τὸ ἅγιο Ὄνομά Του. Ἀμήν. ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ