Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ


  

ICXCNIKA
20.11.2016
Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ
(Λουκ. ιβ΄ 16-21)


Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀδελφοί μου, λέγεται «παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου». Ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὴν διηγηθεῖ ὁ Κύριος δόθηκε ἀπὸ τὸ ἑξῆς περιστατικό: Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀκροατὲς τοῦ Χριστοῦ τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλε εἶπε τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι τὴν κληρονομία μετ᾿ ἐμοῦ» καὶ ἔλαβε ὡς ἀπάντηση τὸ ἐρώτημα «τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν ἐφ᾿ὑμᾶς;».
Ὅταν δυὸ ἀδέλφια, ποὺ μεταξύ τους συνδέονται μὲ δεσμοὺς ἐξ αἵματος, πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν ἀδελφοσύνη βάζουν τὴν πλεονεξία, ποιὸς μπορεῖ νὰ τοὺς ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ τοὺς συμβιβάσει; Ἡ πλεονεξία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα, ἀκόμα καὶ πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τὰ ἀδέλφια. Καὶ γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦν ὅλοι ὅτι ἡ πλεονεξία εἶναι ἀφροσύνη καὶ ὁδηγεῖ σὲ ψυχικὸ καὶ σωματικὸ ὄλεθρο, διηγήθηκε τὴν παραβολὴ τοῦ «ἄφρονος πλουσίου».
Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς εἶναι πράγματι ἀφροσύνη. Διότι πρῶτον λησμονεῖ τὸν Θεὸ τὴν ὥρα τῆς εὐφορίας τῶν ἀγρῶν του. Λησμονεῖ ἢ μᾶλλον δὲν πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς κυβερνᾶ τὸν κόσμο καὶ ὅτι, ἂν Ἐκεῖνος δὲν θέλει, ὅσο καὶ ἂν κοπιάσει, οὔτε οἱ ἀγροί του οὔτε τὰ χωράφια του θὰ ἀπέδιδαν καρπούς οὔτε οἱ ἐλιές του σταγόνα λάδι. Δεύτερον λησμονεῖ ὅτι ἔχει προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ἀθάνατη ψυχὴ καὶ ἔχει ὑποχρέωση νὰ τὴν καλλιεργήσει. Ξεχνᾶ ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν διατρέφεται μὲ προϊόντα καὶ καρποὺς τῆς γῆς καὶ ὑλικὰ μέσα. Ἔτσι γίνεται ὁ ἴδιος δολοφόνος τῆς ψυχῆς του. Τί μεγάλη στ᾿ ἀλήθεια ἀφροσύνη. Ὅμως προχωρεῖ καὶ σὲ ἄλλη ἄφρονα ἐνέργεια ὁ πλούσιος. Παραμελεῖ καὶ ἀγνοεῖ τοὺς συνανθρώπους του. Ἡ στάση του εἶναι προκλητική. Χωρὶς συναίσθηση καὶ χωρὶς ντροπὴ τακτοποιεῖ τὰ ἔσοδα ἀπὸ τὴν εὐφορία τῶν καρπῶν τῆς γῆς του μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του «συνάξω πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου» ποῦ; «Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω».
Ἀδελφοί μου, γκρέμισε ὁ πλούσιος ἄφρων τὶς ἀποθῆκες του καὶ ἔκτισε μεγαλύτερες. Κουράστηκε πολὺ ἕως ὅτου συνάξει ὅλα τὰ ἀγαθά του. Ξάπλωσε κατόπιν νὰ ξεκουραστεῖ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν ἀγωνία καὶ γεμᾶτος αὐταρέσκεια μονολογοῦσε: «Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ γιὰ ἔτη πολλά. Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Ἡ ἀφροσύνη σὲ ὅλο τὸ δῆθεν «μεγαλεῖο» της, ἀφοῦ σὲ αὐτὴν τὴν δῆθεν «μακαριότητα» ἀκούγεται φωνή, ποὺ μὲ σαφήνεια καὶ καθαρότητα προσγειώνει στὴν πραγματικότητα τὸν ἄφρονα πλούσιο. «Ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ, ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;» Ἀνόητε ἄνθρωπε, ἐστήριξες τὴ ζωὴ στὸν πλοῦτο σου καὶ τὴν ἐλπίδα σου στὶς ἀποθῆκες σου καὶ τὰ ἔκαμες θεό σου. Νόμισες τὸν πλοῦτο χορηγὸ πολλῶν ἐτῶν ζωῆς, ἀλλὰ γελάσθηκες. Ναί, τὸν πλοῦτο σου τὸν ὁρίζεις. Τὴ ζωή σου ὅμως ὁρίζει ἄλλος. Αὐτὸς ποὺ «ἀνιστᾷ καὶ ζωοποιεῖ, ἀνάγει ἐξ ἅδου καὶ κατάγει».
Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἐναγώνιου κόπου. Ἀγωνιᾶ καὶ ὑποφέρει σὲ ποιὸ τόπο καὶ χῶρο θὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἀπροσδόκητη καρποφορία καὶ τὰ ἀγαθά του. Ἡ πλεονεξία του ἀποβλέπει στὴν προσωπική του ἱκανοποίηση. Διάβηκε τὴ ζωὴ του μέσα σὲ μία συνεχῆ ἀγωνία ἀλλὰ καὶ μὲ χαμένη τὴν ψυχή του.
Ἀδελφοί μου, ἂς ἔχουμε πάντα στὸ μυαλό μας τὴ φράση τοῦ εὐαγγελίου «ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» καὶ ἂς ἀκούσουμε τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας «γίνεσθε ἕτοιμοι ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». Τοῦτο ἰσχύει γιὰ ὅλους, πλουσίους καὶ φτωχούς. Ἄφρονες καὶ συνετούς, ἔνθεους καὶ μή. Γιὰ τοῦτο «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Προσευχή, ἔργα ἀγαθά, μετάνοια, θεία κοινωνία, ἀγάπη. Νά, ἡ καλύτερη προετοιμασία γιὰ τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς κρίνει ἀνάλογα μὲ τὸν χρόνο ποὺ ζήσαμε, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς ποὺ κάναμε. «Μακάριος ὁ γρηγορῶν καὶ τηρῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ».
Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, ἡ εὐαγγελικὴ πληροφορία «τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν» ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς εἴτε εἴμεθα καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπο ἄφρονες εἴτε εἴμεθα σώφρονες. Γι᾿ αὐτὸ ἂς εἶναι συνεχὲς αἴτημα στὴν προσευχή μας: «Κύριε βοήθησον, ὥστε τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι», γιὰ νὰ εἶναι ὅλη ἡ ζωή μας καὶ τὰ τέλη μας «χριστιανά, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά», χωρὶς ἀφροσύνη, ὥστε νὰ ἔχουμε «καλὴν ἀπολογίαν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀμήν. ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Γεννηθήτω το θέλημά Σου… Φιλάνθρωπε Κύριε, δεν λησμόνησες τον αμαρτωλό δούλο σου, αλλά γεμάτος έλεος με είδες από τη δόξα σου και μου εμφανίστηκες με ακατάληπτο τρόπο! Εγώ, πάντοτε σε προσέβαλλα και σε λυπούσα. Συ όμως, Κύριε, για τη μικρή μου μετάνοια μου έδωσες να γνωρίσω τη μεγάλη σου αγάπη και την άμετρη αγαθότητά σου. Το ιλαρό και πράο βλέμμα σου έθελξε την ψυχή μου. Τί να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιόν αίνο να Σου προσφέρω; Συ δίνεις τη χάρη σου, για να καίγεται αδιάλειπτα η καρδιά μου από αγάπη, και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε μέρα από τη θεϊκή αγάπη. Η θύμησή σου θερμαίνει την ψυχή μου, που τίποτε στη γη δεν την αναπαύει εκτός από Σένα. Γι’ αυτό με δάκρυα Σε ζητώ, και πάλι ποθεί ο νους μου τη γλυκύτητά σου… Κύριε, δώσε μου να αγαπώ μόνον Εσένα. Συ με έπλασες, Συ με φώτισες με το άγιο Βάπτισμα, Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά σου. Κύριε, δώσε μου τη μετάνοια του Αδάμ και την άγια ταπείνωσή σου. Αμήν Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου Πηγή: lllazaros

Γεννηθήτω το θέλημά Σου…

Φιλάνθρωπε Κύριε, δεν λησμόνησες τον αμαρτωλό δούλο σου, αλλά γεμάτος έλεος με είδες από τη δόξα σου και μου εμφανίστηκες με ακατάληπτο τρόπο! Εγώ, πάντοτε σε προσέβαλλα και σε λυπούσα. Συ όμως, Κύριε, για τη μικρή μου μετάνοια μου έδωσες να γνωρίσω τη μεγάλη σου αγάπη και την άμετρη αγαθότητά σου.
Το ιλαρό και πράο βλέμμα σου έθελξε την ψυχή μου. Τί να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιόν αίνο να Σου προσφέρω; Συ δίνεις τη χάρη σου, για να καίγεται αδιάλειπτα η καρδιά μου από αγάπη, και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε μέρα από τη θεϊκή αγάπη. Η θύμησή σου θερμαίνει την ψυχή μου, που τίποτε στη γη δεν την αναπαύει εκτός από Σένα. Γι’ αυτό με δάκρυα Σε ζητώ, και πάλι ποθεί ο νους μου τη γλυκύτητά σου… Κύριε, δώσε μου να αγαπώ μόνον Εσένα. Συ με έπλασες, Συ με φώτισες με το άγιο Βάπτισμα, Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά σου. Κύριε, δώσε μου τη μετάνοια του Αδάμ και την άγια ταπείνωσή σου.
Αμήν

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου
Πηγή: lllazaros

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θερα­πεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του. Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να με­ταβάλει τη θεϊκή απόφαση (Δ' Βασ. 20:1-6). Ο λη­στής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λό­για κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών (Λουκ. 23:42-43). Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη (Ιερ. 45:6) και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία (Δαν. 6:16) και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2:1-2), όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό. "Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;", θα με ρωτή­σεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυ­γατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). "Ελέησέ με, Κύριε!", θα παρακαλάς κι εσύ. "Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο". Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. "Ελέησέ με!". Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρω­πίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά. Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώνα­ζε μυστικά: "Ελέησέ με!". Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακού­ει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο τόπος, όσο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι να­ός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς; Πηγή: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι


Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θερα­πεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του. Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να με­ταβάλει τη θεϊκή απόφαση (Δ' Βασ. 20:1-6). Ο λη­στής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λό­για κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών (Λουκ. 23:42-43). Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη (Ιερ. 45:6) και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία (Δαν. 6:16) και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2:1-2), όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.

"Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;", θα με ρωτή­σεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυ­γατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). "Ελέησέ με, Κύριε!", θα παρακαλάς κι εσύ. "Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο". Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. "Ελέησέ με!". Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρω­πίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά.

Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώνα­ζε μυστικά: "Ελέησέ με!". Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακού­ει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο τόπος, όσο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι να­ός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;


Πηγή: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δώρησέ μας ἀληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια Γέροντας Εφραὶμ Φιλοθεΐτης Ἐσὺ μᾶς ἔμεινες μοναδικὴ ἐλπίδα σωτηρίας. Εἶσαι ἡ ἀλήθεια μέσα σὲ τόσα ψέμματα. Εἶσαι ἡ χαρά μας μέσα σὲ τόσες θλίψεις. Εἶσαι ἡ λύτρωσίς μας μέσα σὲ τόση ἁμαρτία. Εἶσαι ἡ Εἰρήνη μέσα σ᾿ ἕναν κόσμο τόσο ταραγμένο. Εὐλαβικὰ Σὲ προσκυνῶ, δέσποζε ἐπὶ πάντων. Πηγή: Το σταυρουδάκι

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δώρησέ μας ἀληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια

Ἐσὺ μᾶς ἔμεινες μοναδικὴ ἐλπίδα σωτηρίας. Εἶσαι ἡ ἀλήθεια μέσα σὲ τόσα ψέμματα. Εἶσαι ἡ χαρά μας μέσα σὲ τόσες θλίψεις. Εἶσαι ἡ λύτρωσίς μας μέσα σὲ τόση ἁμαρτία. Εἶσαι ἡ Εἰρήνη μέσα σ᾿ ἕναν κόσμο τόσο ταραγμένο. Εὐλαβικὰ Σὲ προσκυνῶ, δέσποζε ἐπὶ πάντων.
Πηγή: Το σταυρουδάκι

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Τό Νόημα τοῦ Σαρανταλείτουργου π. Δημητρίου Μπόκου Τὸ σαρανταήμερο (15 Νοεμβρίου – 25 Δεκεμβρίου), ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, συνδέεται μὲ τὸ σαρανταλείτουργο. Ἡ καθημερινὴ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας, μιᾶς συνολικῆς ἄσκησης κατὰ τῶν ἐγωκεντρικῶν μας ἐπιθυμιῶν καὶ παθῶν, εἶναι μιὰ ἄριστη προετοιμασία γιὰ ἀληθινὴ βιωματικὴ προσέγγιση τοῦ συγκλονιστικοῦ γεγονότος τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἔχει τόση σημασία γιὰ μᾶς ἡ Θεία Λειτουργία;

Τό Νόημα τοῦ Σαρανταλείτουργου



π. Δημητρίου Μπόκου

Τὸ σαρανταήμερο (15 Νοεμβρίου – 25 Δεκεμβρίου), ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, συνδέεται μὲ τὸ σαρανταλείτουργο. Ἡ καθημερινὴ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας, μιᾶς συνολικῆς ἄσκησης κατὰ τῶν ἐγωκεντρικῶν μας ἐπιθυμιῶν καὶ παθῶν, εἶναι μιὰ ἄριστη προετοιμασία γιὰ ἀληθινὴ βιωματικὴ προσέγγιση τοῦ συγκλονιστικοῦ γεγονότος τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἔχει τόση σημασία γιὰ μᾶς ἡ Θεία Λειτουργία;

Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι πάντοτε μιὰ πρό(σ)κληση νὰ κοινωνήσουμε μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς. Εἶναι εἴσοδος καὶ ἀπαρχὴ μιᾶς ἄλλης βιοτῆς. Ἐπαφὴ φευγαλέα καὶ προσωρινή, ἀλλὰ πάντως πραγματική, μὲ τὴν ἐκτὸς τοῦ δικοῦ μας χρόνου, τόπου καὶ τρόπου ὑπάρχουσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἕνα γεγονὸς ποὺ ὁ καθένας καλεῖται νὰ τὸ κάνει ἐνεργὰ ὑπαρκτὸ μέσα του, νὰ ἀποτελέσει μέρος του, νὰ ὑπάρξει μέσα σ’ αὐτό. Ἕνα γεγονὸς ποὺ πρέπει νὰ γίνει τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του, ὀμφάλιος λῶρος γιὰ νὰ τραφεῖ καὶ νὰ ζήσει.

Γιὰ νὰ ζήσει ὅμως κανεὶς χρειάζεται τροφή. Κάθε μέρα ὁ ἄνθρωπος τρώει. Δὲν τὸ συζητάει αὐτό. Εἶναι τὸ αὐτονόητο. Θεωρεῖ τρέλλα τὸ νὰ σταματήσει νὰ τρώει, νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ χωρὶς τροφή. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχή. Γιὰ νὰ ζήσει χρειάζεται τροφή. Δὲν ζεῖ ἀπὸ μόνη της. Δὲν εἶναι αὐθύπαρκτη. Δὲν ἔχει μέσα της τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας.

Τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴ μόνη πηγὴ ζωῆς, τὸν Θεό. Ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Καὶ ἡ τροφὴ αὐτὴ εἶναι ξεκάθαρο ποιὰ εἶναι: Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν λέει ἁπλῶς λόγια. Δὲν λέει νὰ ζήσουμε μὲ λόγια. Προσφέρει τροφή. Χαρίζει τὸν ἑαυτό του πρὸς βρῶσιν καὶ πόσιν.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἦλθε στὴ γῆ. Γιὰ νὰ γίνει τροφὴ ποὺ θὰ μᾶς θρέψει καὶ θὰ μᾶς ἀθανατίσει. Ὅλο τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπέβλεπε στὴν ἐξασφάλιση αὐτῆς τῆς τροφῆς. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε, πῆρε σάρκα ἀνθρώπινη, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε, γιὰ νὰ κάμει τὴ σάρκα του αὐτὴ τροφὴ σωτήρια γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μᾶς τὴν προσφέρει λοιπὸν ἄφθονη, σὰν τὴ μόνη τροφὴ ποὺ δίνει ζωὴ καὶ μάλιστα αἰώνια. Σὰν τὸ μόνο φάρμακο ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο. «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον».  Ἀληθινὴ τροφὴ εἶναι ἡ σάρκα μου, λέει. Ὅποιος τρώει ἀπὸ αὐτὴν «ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 6, 53-58). Ὅλες οἱ ἄλλες τροφὲς δίνουν μικρὴ μόνο παράταση ζωῆς. Τὸ φάσμα δράσης τους εἶναι μικρό.

Μακροπρόθεσμα πίσω τους ἐλλοχεύει ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς στὴ Θεία Λειτουργία εἶναι «ὁ ἐσθιόμενος καὶ μὴ δαπανώμενος, …ὁ προσφερόμενος καὶ διαδιδόμενος» εἰς βρῶσιν, γιὰ νὰ ἁγιάζει ὅσους τὸν τρώγουν.

Κάποιος ἀναχωρητὴς δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθεῖ πὼς ὁ ἅγιος Ἄρτος ποὺ μεταλαμβάνουμε εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου. Οἱ γέροντες τῆς Σκήτης, ὅταν τὸ ἔμαθαν, τὸν κατήχησαν μὲ τὴν ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε στὴν πλάνη του. Οἱ πατέρες τὸν ἄφησαν, ἀλλὰ προσευχήθηκαν νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεός, ὥστε νὰ καταλάβει τὴν ἀλήθεια.

Μιὰ Κυριακὴ ὁ ἀναχωρητὴς συμμετεῖχε στὴ Θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸ ἅγιο βῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Σκήτης. Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἱερέας πῆρε στὰ χέρια του τὸ πρόσφορο γιὰ νὰ προσκομίσει, ὁ πλανεμένος μοναχὸς εἶδε κατάπληκτος ἕνα βρέφος ξαπλωμένο πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Κι ὅταν ἄρχισε ὁ ἱερέας νὰ διαμελίζει τὸν Ἄρτο, φάνηκε ἅγιος ἄγγελος ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο κρατώντας στὸ χέρι του ἕνα μαχαίρι. Συγχρόνως μὲ τὸν ἱερέα διαμέλισε κι Αὐτὸς τὸ θεῖο Βρέφος κι ἔχυσε τὸ Αἷμα του στὸ Ἅγιο Ποτήριο. Ὁ ἀναχωρητὴς ταράχθηκε.

Μὰ ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὅταν πῆγε νὰ κοινωνήσει, συνέβη κάτι πιὸ φοβερό. Εἶδε μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο ἀνθρώπινη σάρκα βαμμένη στὸ αἷμα. Κλαίγοντας τότε ὁμολόγησε τὴν πλάνη του καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ σκεπάσει μὲ τὴ χάρη του τὰ θεῖα Μυστήρια γιὰ νὰ τολμήσει νὰ κοινωνήσει. Πραγματικὰ μέσα στὸ Ἅγιο Ποτήριο εἶδε πάλι ψωμὶ καὶ κρασί, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μετάλαβε εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ (Θαύματα καὶ ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία [ἔκδ. Ι. Μονῆς Παρακλήτου Ἀττικῆς]).

Ἡ Θεία Λειτουργία λοιπὸν εἶναι πρωτίστως τραπέζι. Φαγητό. Τροφοδοσία. Ὁ Χριστὸς μιλάει συχνὰ γιὰ  δεῖπνο. Μᾶς καλεῖ νὰ δειπνήσουμε μαζί του. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παραβάλλεται μὲ γαμήλιο δεῖπνο. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τράπεζα πνευματική. Ὁ Θεὸς σφάζει «τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», θυσιάζει τὸν μονογενῆ του Υἱὸ καὶ παραθέτει τράπεζα. «Λάβετε, φάγετε…, πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι «βρωτός», προσφέρεται δηλαδὴ νὰ φαγωθεῖ, ὀνομάζεται καὶ πασχάλιος ἀμνός, ἀρνὶ τοῦ Πάσχα. «Ὡς βρωτὸς δέ, ἀμνὸς προσηγόρευται» (Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδὴ δ΄).  Ἂν δὲν τρῶμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ τραπέζι, ἂν δὲν μᾶς τρέφει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχουμε «ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς». Δὲν μεγαλώνουμε, δὲν ἔχουμε πνευματικὴ ἀνάπτυξη καὶ ἐπέρχεται ἡ καχεξία καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τὸν Θεὸ ἔχουμε πεθάνει. Ὁ Χριστὸς μᾶς ὀνομάζει νεκροὺς (πρβλ. τὸ «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς» [Ματθ. 8,22]), ἀκόμα κι ἂν προσωρινὰ παρατείνεται ἡ βιολογική μας ζωή.

Ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι οἱ ἄλλες ἀκολουθίες (ἑσπερινός, ὄρθρος, παράκληση κ.λ.π.), ἀλλὰ εἰδικὰ καὶ μόνο ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τροφή. Δὲν ἔχει ὑποκατάστατο. Εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ προσέχουμε συνήθως. Δὲν πᾶμε ἐκεῖ γιὰ μιὰ ἀόριστη εὐλογία, γιὰ τὸ καλό. Σ’ αὐτὴν πᾶμε γιὰ νὰ φᾶμε. Γιὰ νὰ ζήσουμε τώρα καὶ πάντοτε. Αἰώνια. Χωρὶς αὐτὴν τὴν τροφή, εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ θάνατο. Εἶναι αὐτονόητο τὸ νὰ τρῶμε καθημερινά; Ἄλλο τόσο αὐτονόητο πρέπει νὰ μᾶς γίνει, ὅτι εἶναι θέμα ζωῆς καὶ θανάτου νὰ καθόμαστε στὸ τραπέζι ποὺ μᾶς στρώνει ὁ Θεὸς καὶ νὰ τρῶμε τὴν τροφὴ ποὺ μᾶς παραθέτει. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του.

Τί παθαίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δὲν τρέφεται; Δὲν θέλει σκέψη. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται καὶ ὅταν ἀπέχει ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ προσφέρει ὁ Θεός. Τὴν κατάρρευση τοῦ σώματος τὴ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας, τὴ μετρᾶμε μὲ τὰ τεχνικὰ μέσα ποὺ διαθέτουμε. Γιατί δὲν σκεπτόμαστε ὅτι τὴν ἴδια κατάρρευση ὑφίσταται καὶ ἡ ψυχή, ὅταν δὲν τρέφεται; Ἐπειδὴ δὲν τὴ βλέπουμε; Δὲν μᾶς ἔδωσε μάτια πνευματικὰ ὁ Θεός; Μήπως τελικὰ εἴμαστε τυφλοί, ἂν καὶ καμαρώνουμε γιὰ τὴν ἐξυπνάδα μας; Μήπως γιὰ μᾶς λέει ὁ Θεός, «βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε»(Ἡσ. 6, 9);

Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς προσφέρει, ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἄρτου, τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ εἰς βρῶσιν. «Ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 6, 58). Ἀλλιῶς ὁ θάνατος θὰ θριαμβεύσει πάνω μας, ἔστω κι ἂν ὁ Χριστὸς τὸν νίκησε καὶ ἀναστήθηκε. Χωρὶς τὴ βρώση τοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ, τοῦ Χριστοῦ, ἡ νίκη του ἐπὶ τοῦ θανάτου δὲν θὰ σημαίνει τίποτε γιὰ μᾶς. Καμμιὰ ἀνάσταση δὲν θὰ ξημερώσει γιὰ μᾶς, καμμιὰ ζωὴ δὲν θὰ μᾶς δοθεῖ.

Ἂς ἀρχίσουμε λοιπὸν μὲ τὸ φετεινὸ σαρανταλείτουργο νὰ συχνάζουμε ὅλο καὶ περισσότερο στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ, ὅπου «ἡ τράπεζα γέμει, …ὁ μόσχος πολὺς» καὶ εἶναι σκέτη ἀνοησία νὰ φεύγει ἀπὸ ἐκεῖ κάποιος νηστικός. Τὸ μόνο ποὺ χρήζει προσοχῆς ἐκ μέρους μας εἶναι, στὸ γαμήλιο αυτὸ δεῖπνο νὰ εἴμαστε μὲ ἔνδυμα γάμου. Ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς καλεῖ, μᾶς παρέχει (μὲ τὸ βάπτισμα, τὴν ἐξομολόγηση και τὰ λοιπὰ μυστήρια) καὶ τὸ ἀνάλογο ἔνδυμα. Ἂν παρευρεθοῦμε χωρὶς αὐτό, θὰ εἶναι καθαρὰ ἀπὸ δική μας ἀμέλεια. Καὶ δικαίως θὰ «μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία ὁ Κύριος, «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς»,μᾶς προτρέπει νὰ εἰσέλθουμε  «εἰς τὴν χαράν του», νὰ τὸν γευθοῦμε, νὰ γνωρίσουμε ἐξ ἰδίας πείρας πόσο γλυκὺς εἶναι ὅταν βιβρώσκεται. Ἀξιώθηκαν κάποτε ἄνθρωποι νὰ φάγουν «ἄρτον ἀγγέλων» (Ψαλμ. 77, 25). Δὲν μᾶς τιμᾶ ἀσυγκρίτως περισσότερο τὸ γεγονός, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, ἔρχεται σφαγιασθῆναι καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς»; Μὲ ποιὰ δικαιολογία θὰ ἀπορίψουμε τέτοια τιμή;

Μιὰ ἐνσυνείδητη καθημερινὴ βίωση ἐπὶ σαράντα μέρες τοῦ ἐκπληκτικοῦ αὺτοῦ γεγονότος δὲν θὰ μᾶς πήγαινε κατ’ εὐθεῖαν στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνεκφράστου μυστηρίου τῶν Χριστουγέννων;

ΚΑΛΟ ΣΑΡΑΝΤΑΗΜΕΡΟ – ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Πηγή: Αγιος Παντελεήμων Δραπετσώνας

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Προσευχή υπέρ των κοιμηθέντων Μνήσθητι Κύριε ημών Ιησού Χριστέ δια πρεσβειών της Παναχράντου Σου Μητρός Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας των δούλων σου, των κοιμηθέντων, και συγχώρησον, ανάπαυσον και ανάστησον αυτούς , ψυχή τε και σώματι, εις ανάστασιν ζωής εν τη εσχάτη Σου ημέρα: πάντων των : ¯ Εν παντί καιρώ και τόπω της Δεσποτείας σου κοιμηθέντων τέκνων Σου. ¯ Των ακηδεύτων και ατάφων ανθρώπων. ¯ Των εκτρωθέντων και αποβληθέντων παιδίων. ¯ Πάντων ων ουδείς εστίν ο μνημονεύων αυτούς. ¯ Πάντων των περιφρονημένων και λησμονημένων ψυχών. ¯ Πάντων των υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως και της Πατρίδος τελειωθέντων. ¯ Πάντων των σήμερον και ως σήμερον απελθόντων εκ του βίου τούτου. ¯ Πάντων των σήμερον εορταζουσών ψυχών. ¯ Παντων των οικείων ,φίλων και συγγενών ημών. ¯ Πάντων των εν πολέμοις και Μ.Ασία μαρτυρικώς τελειωθέντων. Μνήσθητι Κύριε και των δούλων σου:(όποια ονόματα συγκεκριμένα θέλουμε να πούμε) Πηγή: Ησυχαστήριο Αγίας Τριάδος

Προσευχή υπέρ των κοιμηθέντων


Μνήσθητι Κύριε ημών Ιησού Χριστέ δια πρεσβειών της Παναχράντου Σου Μητρός Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας των δούλων σου, των κοιμηθέντων, και συγχώρησον, ανάπαυσον και ανάστησον αυτούς , ψυχή τε και σώματι, εις ανάστασιν ζωής εν τη εσχάτη Σου ημέρα:
πάντων των :
¯  Εν παντί καιρώ και τόπω της Δεσποτείας σου κοιμηθέντων τέκνων Σου.
¯  Των ακηδεύτων και ατάφων ανθρώπων.
¯  Των εκτρωθέντων και αποβληθέντων παιδίων.
¯  Πάντων ων ουδείς εστίν ο μνημονεύων αυτούς.
¯  Πάντων των περιφρονημένων και λησμονημένων ψυχών.
¯  Πάντων των υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως και της Πατρίδος τελειωθέντων.
¯  Πάντων των σήμερον και ως σήμερον απελθόντων εκ του βίου τούτου.
¯  Πάντων των σήμερον εορταζουσών ψυχών.
¯  Παντων των οικείων ,φίλων και συγγενών ημών.
¯  Πάντων των εν πολέμοις και Μ.Ασία μαρτυρικώς τελειωθέντων.
Μνήσθητι Κύριε και των δούλων σου:(όποια ονόματα συγκεκριμένα θέλουμε να πούμε)

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Ἕνα θαῦμα τοῦ Ταξιάρχη Ἦταν ἕνα γλυκὸ Αὐγουστιάτικο βραδινό. Ὁ ἑσπερινὸς τελείωνε ὅταν μιὰ παρέα προσκυνητές, ἔφτανε στὸ Ναό μας. —Πάτερ, τὴν εὐχή σας. Εἶναι εὐλογημένο νὰ διανυκτερεύσουμε ἐδῶ ἀπόψε καὶ τὸ πρωὶ νὰ ἐκκλησιαστοῦμε καὶ νὰ κοινωνήσουμε; Ἦταν μιὰ νεαρὴ γυναίκα ποὺ ρωτοῦσε καὶ ποὺ μὲ κάποιον ἄλλον νεαρό, βοηθοῦσαν ἕνα παλληκάρι νὰ στέκεται ὄρθιο καὶ νὰ βαδίζει. —Βεβαίως. Κανένα πρόβλημα. Ἔχουμε χῶρο γιὰ ὅλους σας. —Ευχαριστούμε πολύ, νὰ εἶστε καλά. Μήπως ἐδῶ μένει ὁ Δεσπότης; —Όχι, ὅμως αὔριο τὸ πρωὶ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ.

Ἕνα θαῦμα τοῦ Ταξιάρχη


Ἦταν ἕνα γλυκὸ Αὐγουστιάτικο βραδινό. Ὁ ἑσπερινὸς τελείωνε ὅταν μιὰ παρέα προσκυνητές, ἔφτανε στὸ Ναό μας.
—Πάτερ, τὴν εὐχή σας. Εἶναι εὐλογημένο νὰ διανυκτερεύσουμε ἐδῶ ἀπόψε καὶ τὸ πρωὶ νὰ ἐκκλησιαστοῦμε καὶ νὰ κοινωνήσουμε;
Ἦταν μιὰ νεαρὴ γυναίκα ποὺ ρωτοῦσε καὶ ποὺ μὲ κάποιον ἄλλον νεαρό, βοηθοῦσαν ἕνα παλληκάρι νὰ στέκεται ὄρθιο καὶ νὰ βαδίζει.
—Βεβαίως. Κανένα πρόβλημα. Ἔχουμε χῶρο γιὰ ὅλους σας.
—Ευχαριστούμε πολύ, νὰ εἶστε καλά. Μήπως ἐδῶ μένει ὁ Δεσπότης;
—Όχι, ὅμως αὔριο τὸ πρωὶ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ.
—Αλήθεια; Ὢ Θεέ μου! Ἀνέλπιστη χαρὰ μᾶς δίνετε, πάτερ μου.
—Μα τί συμβαίνει; Δὲν καταλαβαίνω.
—Πάτερ μοῦ, ὁ Ταξιάρχης ἔκανε ἕνα μεγάλο θαῦμα στὸν ἀδελφό μου, εἶναι αὐτὸς ἐδῶ, ὁ Διονύσης.
Ἡ νεαρὴ γυναίκα λέγοντας τὶς τελευταῖες λέξεις στράφηκε πρὸς τὸ παλ¬ληκάρι ποὺ κρατοῦσε ἀγκαζὲ μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο νεαρό. Μὲ ἕνα τρυφερὸ χαμόγελο τὸν ὁδήγησε μπροστά μου, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἄλλου νέου. Τὸ παλληκάρι ἔκανε μιὰ ὑπόκλιση, ὅσο τοῦ ἐπέτρεπε ἡ κατάστασή του καὶ ἀπλώνοντας τὸ χέρι τοῦ πῆρε τὸ δικό μου καὶ τὸ ἀσπάστηκε μὲ σεβασμό.

—Πάτερ, εἶναι ὁ ἀδελφός μου ὁ Διονύσης, συνέχισε ἡ νεαρὴ γυναίκα, ὁ Ταξιάρχης στὴν κυριολεξία τὸν ἔσωσε, σχεδὸν τὸν ἀνέστησε ἀπὸ νεκρό. Κατὰ τὴ νοσηλεία τοῦ ἀδελφοῦ μου στὸ Κρατικὸ Νοσοκομεῖο Νικαίας Ἀθηνῶν, πέρασαν ἀπ’ αὐτὸ καὶ γνώρισαν τὸν ἀδελφό μου καὶ εἶδαν τὴν κρισιμότητα τῆς κατάστασης τοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης σας καὶ ὁ πατὴρ Χρῆστος, ὁ συνεφημέριός σας, ὅταν καὶ ἐκεῖνος εἶχε τὴν περιπέτεια μὲ τὴν πρεσβυτέρα του στὸ ἴδιο Νοσοκομεῖο. Βέβαια τότε ὁ ἀδελφός μου ἦταν σὲ βαθὺ κῶμα καὶ δὲν τοὺς γνώρισε• ὅμως ἐκεῖνοι προσευχήθηκαν γιὰ κεῖνον. Καταλαβαίνετε λοιπόν, τί εὐλογία, εἶναι γιὰ μᾶς, ὅταν στὴν πρώτη μας εὐχαριστήριο ἐπίσκεψη πρὸς τὸν Ταξιάρχη, νὰ παρευρίσκεται ὁ Σεβασμιώτατος καὶ νὰ συμπροσεύχεται καὶ νὰ συνδοξολογεῖ τὸν Ἀρχάγγελο μαζί μας, γιὰ τὴ θαυμαστή Του ἐνέργεια στὸν ἀδελφό μου.
Μιλώντας, ἔρριξε μιὰ ματιὰ στὸν Διονύση, ποὺ ἔδειχνε σημεῖα κόπωσης, λόγω τοῦ προσφάτου ἀτυχήματός του- καὶ ἀπευθυνόμενη πάλι σὲ μένα, συνέχισε:
—Αν εἶναι εὐλογημένο, πάτερ μου, θὰ ἤθελα λίγο νὰ τακτοποιήσω τὰ πράγματά μας καὶ νὰ περιποιηθῶ τὸν ἀδελφό μου, γιατί ἀκόμη ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθω στὸ Γραφεῖο καὶ νὰ σᾶς ἐξιστορήσω, μαζὶ μέ. τὸν ξάδελφό μου, τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς μὲ κάθε λεπτομέρεια.
—Μην ἐνοχλεῖστε, δὲν πειράζει. Τακτοποιεῖστε τὰ πράγματά σας, ξεκουρα¬στεῖτε καὶ αὔριο μετὰ τὴ θεία λειτουργία, ποὺ θάναι ἐδῶ καὶ ὁ Δεσπότης μᾶς τὰ ἐξιστορεῖτε ὅλα μὲ τὴν ἡσυχία σας. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ χαρεῖ πάρα πολὺ νὰ μάθει τὴν ἔκβαση αὐτοῦ του γεγονότος, ἀπὸ πρῶτο χέρι, μὲ κάθε λεπτομέρεια.
—Να εἶναι εὐλογημένο, πάτερ μου. Εὐχαριστοῦμε πολύ. Αὔριο μὲ ὑγεία.
Εἶχε τελειώσει ἡ θεία λειτουργία καὶ καθὼς πηγαίναμε στὸ Γραφεῖο γιὰ καφέ, μαζὶ μὲ τὴν παρέα τοῦ Διονύση ἔφτασε ὁ Δεσπότης. Ἦταν ἀπερίγραπτη ἡ χαρὰ ὅλης της παρέας μόλις τὸν ἀντικρυσαν. Ἔτρεξαν ὅλοι κοντά του χαρούμενοι. Ἔβαλαν μετάνοια καὶ τοῦ φίλησαν μὲ σεβασμὸ τὸ χέρι.
—Τι κάνετε Σεβασμιώτατε, τὸν θυμάστε τὸν Διονύση μας;
—Μα εἶναι δυνατόν; Εἶναι τὸ παιδί, ποῦ νοσηλευόταν στὸ Κρατικό, μὲ τὸ τροχαῖο;
—Μάλιστα, μάλιστα, Σεβασμιώτατε, αὐτὸς εἶναι. Θαῦμα, θαῦμα τοῦ Ταξιάρχη!
—Δόξα σοὶ ὁ Θεός! Παιδιά μου πολὺ χαίρομαι. Ξέρετε, μὲ εἶχε συγκινήσει πολὺ ἡ περίπτωση τοῦ Διονύση καὶ συχνὰ ἀναρωτιόμουν γιὰ τὴν ἔκβαση τῆς ὑγείας του. Καὶ νὰ ποὺ σήμερα τὸν βλέπω ὑγιέστατο μπροστά μου, ἃς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου Θεοῦ. Παιδιά μου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψτε νὰ πάω μέσα, νὰ προσκυνήσω τὸν Ἀρχάγγελο, γιατί μόλις ἔφτασα καὶ ἔρχομαι στὸ Γραφεῖο νὰ τὰ ποῦμε μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ μὲ κάθε λεπτομέρεια.
—Νάναι εὐλογημένο, Δέσποτα.
Ὁ Σεβασμιώτατος, κατευθύνθηκε συγκινημένος πρὸς τὸν Ναό, ὑμνώντας τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ εὐχαριστώντας τὸν Ἀρχάγγελο.
Σὲ λίγο στὸ Γραφεῖο τοῦ Ναοῦ, ἀκούγαμε ὅλοι κατάπληκτοι ἀπὸ τὴν Ἑλένη καὶ τὸ Νίκο τὰ γεγονότα τὰ τοῦ θαύματος, νὰ ξετυλίγονται ἀστραπιαία καὶ θαυμαστά.
—Σεβασμιώτατε, ὀνομάζομαι Ἑλένη καὶ εἶμαι ἡ ἀδελφή του Διονύση, παντρεμένη καὶ μένω στὸ Ναύπλιο, Σουλίου 8.
Τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς του Θωμά, 25-4-1993, χτυπᾶ τὸ τηλέφωνο τοῦ σπιτιοῦ μου,.... καὶ πληροφοροῦμαι ὅτι ὁ ἀδελφός μου ὁ Διονύσης χτύπησε σὲ τροχαῖο καὶ βρίσκεται, στὸ Κρατικὸ Νοσοκομεῖο Νικαίας στὴν Ἀθήνα. Τὸ ἀκουστικὸ ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέ¬ρια μοῦ ὅταν μὲ παρότρυναν νὰ κάνουμε ὅσο τὸ δυνατὸν σύντομα, γιατί ὁ ἀδελφός μου ἦταν σὲ πολὺ κακὴ κατάσταση. Ἑτοιμοθάνατος! «Τὸν προλαβαίνετε, δὲν τὸν προλαβαίνετε», μοῦ εἶπαν χαρακτηριστικά.
Φύγαμε ἀμέσως γιὰ τὴν Ἀθήνα. Πῶς αἰσθανόμουν στὸν δρόμο γιὰ τὴν Ἀθήνα, δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἐκφράσω, ἦταν μιὰ φοβερὴ ἐμπειρία! Ἔνοιωθα νὰ βουλιάζει σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος ὁλόκληρος. Αἰσθανόμουν ὅτι τὰ πάντα γιὰ μένα ἔχαναν ξαφνικὰ τὴν ἀξία τους! Δὲν μετροῦσε γιὰ μένα τίποτα. Μόνο μέσα ἀπὸ ἕνα μεταξωτὸ ἱστὸ ἀράχνης, ἀμυδρά, διέκρινα μὲ τὴ φαντασία μου τὸ Διονύση μᾶς αἱμόφυρτο καὶ ἑτοιμοθάνατο. Καὶ τότε, τὸ μόνο ποὺ ἤθελα, ἦταν νὰ βρεθῶ κοντά του, νὰ τὸν ἀγκαλιάσω, νὰ τὸν φιλήσω, νὰ τὸν σφίξω καὶ νὰ τοῦ ξαναδώσω τὴ δύναμη καὶ τὴ ζωή. Τὰ λεφτά μου φαινότανε ὧρες καὶ οἱ ὧρες αἰῶνες. Σὲ κάποια στιγμὴ σχεδὸν λιποθύμησα, ὅταν μέσα στὸ ἁμάξι μύρισε, πολὺ αἰσθητά, λιβάνι! Πάει πέθανε, σκέφτηκα καὶ ἔνοιωθα νὰ χάνω τὶς αἰσθήσεις μου.
Φτάσαμε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ ἡ πραγματικότητα ἦταν πολὺ πιὸ φοβερὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς φαντασίας. Ὁ Διονύσης αἱμόφυρτος πάνω στὸ κρεββάτι ἀναίσθητος σὲ ἀφασία. Μὲ φώναξαν στὸ Γραφεῖο οἱ γιατροὶ καὶ μοῦ εἶπαν ἐπὶ λέξει: «Κορίτσι μου, τί νὰ σοῦ ποῦμε, τὸ παιδὶ εἶναι ξεγραμμένο. Τὸ μυαλὸ τοῦ ἔγινε γιαούρτι. Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐλπίδα».
Ρώτησα γιὰ κάποια ἐγχείριση, γιὰ κάτι ἄλλο ποὺ θὰ μᾶς ἔδινε κάποιες ἐλπίδες. «Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐλπίδα, δὲν σηκώνει οὔτε ἐγχείριση», μοῦ εἶπαν καὶ συνέχισαν: «Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα».
Γονατιστοὶ ὅλη τὴ νύχτα στὸ προσκεφάλι του, παρακαλούσαμε τὸ Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ τὸν ἀναστήσει.
Τὸ πρωὶ ἐπισκέφθηκε τὸν ἀδελφό μου ὁ ἄριστος κρανιολόγος γιατρὸς κ. Μουρουζίνης. Τὸν ἐξέτασε πολὺ ὥρα καὶ στὸ τέλος κουνώντας τὸ κεφάλι τοῦ εἶπε:
«Εἴτε ἔτσι, εἴτε ἀλλιῶς ὁ νεαρὸς εἶναι χαμένος, ἃς τοῦ κάνουμε μιὰ ἐπέμβαση στὸ κεφάλι του. Βέβαια οἱ πιθανότητες δὲν εἶναι οὔτε μία στὶς χίλιες, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα ἄλλο καλύτερο». Τὸ δεχτήκαμε. Πῶς νὰ κάναμε διαφορετικά; Ὁ ἀδελφός μου χανόταν!
Μπῆκε στὸ χειρουργεῖο στὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐγχείρισης, μᾶς πῆρε τηλέφωνο στὸ Νοσοκομεῖο ὁ ξάδελφός μας ὁ Νίκος καὶ μᾶς εἶπε πράγματα ποὺ μᾶς ζωήρεψαν τὶς ἐλάχιστες καὶ ὑποτονικὲς ἐλπίδες μας. Ἄλλα καλύτερα νὰ σᾶς τὰ ἐξιστορήσει αὐτὰ ὁ ἴδιος.
Λέγοντας αὐτὰ ἡ Ἑλένη, στράφηκε στὸ νεαρὸ δίπλα της, ποὺ βοηθοῦσε μαζί της τὸν Διονύση.
—Μάλιστα Σεβασμιώτατε. Λέγομαι Νίκος Καλογήρου. Εἶμαι 22 χρόνων καὶ σπουδάζω μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή μου Ἑλένη στὴ Θεσσαλονίκη. Ἡ διεύθυνσή μας: ...... Τὸ τηλέφωνό μας: ......
Τὴν Κυριακή του Θωμὰ 25-4-1993, ἡ ἀδελφή μου καὶ γῶ ξεκινήσαμε νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπ’ τὴν ὁποία εἴχαμε φύγει, γιὰ νὰ περάσουμε τὶς διακοπὲς τοῦ Πάσχα κοντὰ στοὺς δικούς μας. Στὴ Θεσσαλονίκη φτάσαμε στὶς 7 τὸ ἀπόγευμα. Ἀμέσως πήραμε τηλέφωνο τοὺς δικούς μου, ὅπως ἄλλωστε συνηθίζουμε, γιὰ νὰ ἐνημερώσουμε τοὺς δικούς μας ὅτι φτάσαμε καλά. Συνάμα ρωτήσαμε καὶ γιὰ κείνους, πῶς εἶναι καὶ ἂν ἔχουν κανένα νεότερο ἀπὸ τὸ πρωὶ ποὺ φύγαμε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. Μᾶς εἶπαν ὅτι εἶναι ὅλα μιὰ χαρά, ὅπως τὰ ξέραμε. Κουρασμένοι ἀπὸ τὸ πολύωρο ταξίδι μας, πολὺ νωρὶς πήγαμε γιὰ ὕπνο.
Τὴ νύχτα, ἕνα ὄνειρο μὲ συγκλόνισε. Βρέθηκα μέσα σὲ ἕνα Νοσοκομεῖο, γιὰ μένα ἄγνωστο, καὶ πάνω σε ἕνα κρεββάτι, ντυμένο στὰ μαῦρα, τὸν ξάδελφό μου ξαπλωμένο. Τὸν ρωτάω τί ἔπαθε καὶ ἐκεῖνος μου δείχνει τὸ κεφάλι του, ποὺ ἦταν γεμάτο αἵματα, καὶ μοῦ λέει ὅτι χτύπησε. Τότε ἀκούω τὴ φωνὴ τοῦ πατέρα μου νὰ μὲ φωνάζει: Νίκο-Νίκο! Δὲν τὸν ἔβλεπα, ὅμως ἀκολούθησα τὴ φωνή του καὶ βρέθηκα σὲ μιὰ μικρὴ Ἐκκλησιά, ποὺ βρισκόταν στὴν αὐλὴ τοῦ Νοσοκομείου. Στὸ μέσον της Ἐκκλησίας στεκόταν ὁ πατέρας μου καὶ κυττοῦσε πρὸς τὸ μέρος μου. Στὰ δεξιά μου βλέπω μία εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά της. Βγάζω τὸ μαντήλι μου καὶ τὴν σκουπίζω, γιατί μου φάνηκε λερωμένη. Τὸ μαντήλι λερώθηκε. Τότε βλέπω τὸν πατέρα μου νὰ μοῦ δείχνει τὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ Ναοῦ καὶ στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόταν μιὰ ἄλλη εἰκόνα, ποὺ ὅμως ἦταν τόσο μαύρη, ποὺ δὲν φαινόταν τὸ πρόσωπο τοῦ εἰκονιζόμενου ἁγίου. Συγχρόνως ὁ πατέρας μου, μὲ προστακτικὸ ὕφος μου ἔλεγε τὰ ἑξῆς: Πὲς στὴν Ἑλένη, τὴν ξαδέλφη σου, νὰ τὴν καθαρίσει. Ἀνήσυχος ἀπ’ αὐτὰ ὅλα το πρωί, παίρνω μιὰ θεία μου τηλέφωνο στὸ Ναύπλιο νὰ ρωτήσω. Δὲν πῆρα τὸ σπίτι μου, γιατί γνώριζα ὅτι ὅλοι τους δούλευαν. Τότε μαθαίνω τὸ θλιβερὸ γεγονός. Ρώτησα γιὰ τὴν ξαδέλφη μου, τὴν Ἑλένη καὶ μοῦ εἶπε ὅτι εἶναι στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Νικαίας. Ἐκεῖ πῆρα τηλέφωνο καὶ ἀφοῦ ἔμαθα λεπτομέρειες καὶ τὴν ἀπελπιστικὴ κατάσταση τοῦ Διονύση, ρώτησα τὴν Ἑλένη ἂν ὑπάρχει στὸ χῶρο τοῦ Νοσοκομείου καμμιὰ Ἐκκλησιά.
Μοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν τὸ γνώριζε. Τότε τῆς εἶπα τὸ ὄνειρο καὶ τὴν παρότρυνα νὰ ψάξει καὶ ἂν ὑπῆρχε, νὰ κυττοῦσε στὸν ἀριστερὸ μπαίνοντας τοῖχο της. Παρακάτω, Σεβασμιώτατε, ἃς συνεχίσει ἐκείνη.
—Όταν ἄκουσα αὐτὰ ἀπὸ τὸν ξάδελφό μου Νίκο, Σεβασμιώτατε, κάποιες ἐλπίδες ἄρχισαν νὰ ἀναπτερώνονται. Ὅταν θὰ βγοῦν σωστά τα λόγια τοῦ ξαδέλφου μου, εἶπα μέσα μου, τότε θὰ πεῖ ὅτι ὁ Διονύσης μας θὰ σωθεῖ. Ρωτήσαμε καὶ μάθαμε ὅτι ὑπῆρχε κάτω Ἐκκλησία τοῦ Νοσοκομείου. Τρέξαμε μὲ τοὺς συγγενεῖς μου καὶ ψάξαμε. Πράγματι στὸ ἀριστερὸ τοῖχο ἦταν κρεμασμένο ἕνα μικρὸ ξύλινο εἰκόνισμα κατάμαυρο!!! Τὸ ξεκρεμάσαμε ἀλλὰ δὲν μπορούσαμε νὰ δοῦμε τί ἀναπαριστοῦσε. Πῆρα βαμβάκι καὶ οἰνόπνευμα καὶ τὸ καθάρισα. Ὢ Θεέ μου! Ἔλαμψε ὁλόκληρο! Ἀστραποβολοῦσε! Ὅμως καὶ πάλι δὲν μπορούσαμε νὰ καταλάβουμε ποιὸν ἅγιο εἰκόνιζε. Ὅταν τὸ εἶδε ἡ θεία μου. ἡ μητέρα τοῦ Νίκου, σταυροκοπήθηκε καὶ τὸ καταφιλοῦσε, τὸ εἶχε γνωρίσει! Ὁ Ταξιάρχης, ὁ Ταξιάρχης τοῦ Μανταμάδου!!! φώναζε. Εἶχε ἔλθει πρὶν δυὸ χρόνια καὶ εἶχε πάρει τὸ εἰκόνισμά Του καὶ τοὺς δυὸ τόμους τῶν βιβλίων Του. Νὰ τὸ εἰκόνισμα Σεβασμιώτατε, εἶπε ἡ Ἑλένη καὶ ἀνοίγοντας τὸ πουκάμισο τοῦ Διονύση τὸ ἔβγαλε ἀπὸ τὴ θήκη του καὶ τὸ ἔδωσε στὸν Δεσπότη μας. Ἐκεῖνος τὸ κύτταξε γιὰ λίγο καὶ ἔπειτα μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια, τὸ ἀκούμπησε στὰ χείλη του. Ἦταν ἕνα ξύλινο μικρὸ εἰκονισματάκι τοῦ Ταξιάρχη μας, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε στὸ περίπτερό του Ναοῦ, γιὰ τοὺς προσκυνητές μας.
Ἀφοῦ τὸ προσκυνήσαμε ὅλοι μας, ἡ Ἑλένη τὸ πῆρε, τὸ ἔβαλε πάλι στὴ θέση του καὶ συνέχισε:
—Τελείωσε ἡ ἐγχείριση στὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀδελφοῦ μου. Οἱ γιατροὶ δὲν μᾶς ἔδιναν περισσότερες ἐλπίδες ἀπ’ ὅτι πρὶν τὴν ἐγχείριση, δηλαδὴ μία τοῖς χιλίοις! «Τὸ μυαλό του», μᾶς ἔλεγαν, «εἶναι σὰ γιαούρτι- καὶ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα παραπάνω. Ἀνθρωπίνως καὶ ἐπιστημονικῶς κάναμε τὸ καλύτερο, τώρα μόνο ἕνα θαῦμα τὸν σώζει». Ζήτησα νὰ μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ μπῶ στὴν ἐντατικὴ καὶ νὰ τοῦ βάλω τὸ εἰκόνισμα ἐπάνω του. Μοῦ τὸ ἐπέτρεψαν. Μπῆκα καὶ τοῦ τὸ φόρεσα.
Τὸ πρωί, 27-4-93, μᾶς παίρνει πάλι τηλέφωνο ὁ Νίκος ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ μοῦ λέει ὅτι πάλι εἶδε ὄνειρο σημαδιακὸ καὶ πὼς πρέπει νὰ ἐντείνουμε τὶς προσευχές μας, γιατί ὁ Διονύσης θὰ γίνει καλά!
—Ναι, Σεβασμιώτατε, συνεχίζει, παίρνοντας τὸν λόγο ὁ Νίκος. Τὸ βράδυ τῆς 26ης πρὸς τὴν 27η βλέπω πάλι νὰ βρίσκομαι στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νὰ θέλουν δυὸ μαυροφορεμένοι ἄνδρες, νὰ μᾶς πάρουν τὸν Διονύση, μέσα σὲ ἕνα μαῦρο μεγάλο αὐτοκίνητο. Μετὰ ἀπὸ πολὺ ὥρα τὸ κατώρθωσαν, ἀλλὰ τὸ αὐτοκίνητο δὲν ἔφευγε. Κάποιος νέος, ὄμορφος, ξανθός, μὲ ἕνα μικρὸ γενάκι καὶ μέχρι τὴ μέση τὸν κατάξανθα σγουρὰ κυματιστὰ μαλλιά, ἐμφανίστηκε καὶ ἀφοῦ πῆρε καὶ ἔβαλε τὸν Διονύση πάνω σε ἕνα κρεββάτι τοῦ Νοσοκομείου, μοῦ εἶπε: «Μὴν ἀνησυχεῖς! Ἀνοῖξτε τοῦ μιὰ τρύπα ἐδῶ», δείχνοντας τὸ λαιμό του, «βάλτε τοῦ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς στὰ χέρια του καὶ ἀφῆστε τὸν σὲ μένα». Τὸ πρόσωπό του ἔχυνε μιὰ γλυκεία λάμψη, ποὺ σὲ γαλήνευε, σὲ πλημμύριζε εὐεξία καὶ ἐμπιστοσύνη.
—Σκεφθείτε Δέσποτα πῶς ἔνοιωσα, συνέχισε τώρα ἡ Ἑλένη, ὅταν ἐνῶ ἄκουγα αὐτὸ ἀπὸ τὸ Νίκο, ἔρχονται οἱ γιατροί, μπαίνουν βιαστικὰ στὴν ἐντατικὴ καὶ βγαίνοντας γρήγορα, ἔπαιρναν μαζί τους καὶ τὸν Διονύση στὸ χειρουργεῖο γιὰ τραχειοτομή!!! Μᾶς εἶπαν ἐπὶ λέξει:
«Ἔχει χειροτερεύσει ἡ κατάστασή του. Τώρα ἔχει καὶ πνευμονία μὲ ὑψηλὸ πυρετό. Τὸν πᾶμε ἀμέσως γιὰ τραχειοτομὴ νὰ τὸν προλάβουμε, γιατί κινδυνεύει ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ πνιγεῖ»! Μετὰ ἀπὸ τὴν τραχειοτομή, τὸν λυπήθηκε πράγματι ἡ ψυχή μου. Δὲν ζοῦσε. Τὰ μηχανήματα τὸν κρατοῦσαν φυτό!! Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔχασα ὅσο θάρρος μου εἶχε ἀπομείνει. Λύγισα σὰν ἄνθρωπος καὶ χωρὶς νὰ πῶ τίποτα σὲ κανέναν, ἔφυγα στὸ Ναύπλιο νὰ πάρω τὰ ροῦχα του γιὰ τὸ ἐπερχόμενο μοιραῖο. Ἀπ' ἐκεῖ ἔφερα μαζί μου καὶ τὰ βιβλία τοῦ Ταξιάρχη, τὸ Ἱστορικὸ καὶ τὰ θαύματά Του. Κάποιος, θαρρεῖς μέσα μου, μὲ ἔσπρωχνε νὰ τὰ πάρω ἀπὸ τὴ θεία μου μαζί μου! Ὅταν ἐπέστρεψα καὶ εἶδα τὸν ἀδελφό μου ζωντανό, μετανοιωσα πικρὰ γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία μου. Ζήτησα ταπεινὰ συγγνώμη, γιὰ τὴν ἀδυναμία μου αὐτὴ καὶ γονατιστὴ μέρα καὶ νύχτα ἔξω ἀπὸ τὴν ἐντατική, διάβαζα τὰ θαύματά Του καὶ παρακαλοῦσα γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ μου.
Ὅσο διάβαζα τὸ βιβλίο μὲ τὰ θαύματα, τόσο ἔνοιωθα κοντά μας τὴν παρουσία τοῦ Ἅγιου. Οἱ ἐλπίδες πάλι δειλὰ-δειλὰ ἐρχότανε νὰ πάρουν τὴ θέση τῆς ἀπογοήτευσης καὶ ἀπόγνωσης καὶ σιγὰ-σιγὰ γιγάντωναν καὶ πολλαπλασιάζονταν. Οἱ ἐνημερώσεις τῶν γιατρῶν δὲν μὲ προβλημάτιζαν πιὰ καὶ δὲν μὲ ἐνδιέφεραν πολύ, παρ’ ὅλο ποὺ ἤτανε ἄσχημες! Κι αὐτὸ γιατί τώρα γνώριζα ὅτι πάνω καὶ ἀπὸ τοὺς γιατρούς, βρίσκεται ὁ Ἅγιος, κι ὅτι Αὐτὸς μόνο ἐπιμελεῖται τὸν ἀδελφό μου. Τὰ βιβλία αὐτά μου ἔδωσαν τὴν ἠρεμία, τὴ δύναμη, τὴ δυνατὴ πίστη, τὴν ὑπομονή, τὴν καρτερία.
Μὲ 40 πυρετὸ ἐπὶ 8 ἥμερες στὴν ἐντατικὴ πάλεψε μὲ τὸν θάνατο ὁ Διονύσης, μὲ σύμμαχο τὸν Ταξιάρχη. Ὀκτὼ ὁλόκληρες ἡμέρες ἔμοιαζε μὲ νεκρό. Οἱ γιατροὶ μᾶς ἔλεγαν ὅτι: «Δυστυχῶς χάνουμε ἐλπίδες, παρὰ κερδίζουμε»! Καὶ τὴν ὀγδόη, μεγάλε μου Ἅγιε Ταξιάρχη! Ἄνοιξε τὰ μάτια του!!! Ἀπὸ τότε καὶ μετά, κάθε μέρα καὶ ἕνα μηχάνημα ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὸν ἀδελφό μου, μέχρι ποὺ ἔφυγε καὶ τὸ τελευταῖο.
Οἱ γιατροὶ κατάπληκτοι ἔλεγαν: «Αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει φυσιολογικὰ ἢ τουλάχιστον σὲ τέτοιο βαθμὸ καὶ σὲ τόσο λίγο χρόνο! Τὸ μυαλὸ τοῦ ἀδελφοῦ σας ἦταν πράγματι "γιαούρτι". Μόνο ἕνα θαῦμα, στὴν κυριολεξία, θὰ μποροῦσε νὰ τὰ δικαιολογήσει ὅλα αὐτά, μόνο ἕνα θαῦμα»!!!
Στὸ διάστημα τῶν 8 αὐτῶν ἡμερῶν, ποὺ ὁ Διονύσης μᾶς πάλευε μὲ τὸν θάνατο, ἐπισκεφθήκατε Σεβασμιώτατε τὴν πρεσβυτέρα τοῦ πατρὸς Χρήστου καὶ γνωρίσατε τὸν Διονύση μας. Ὁ πατὴρ Χρῆστος σᾶς εἶχε μιλήσει γιὰ τὰ ὄνειρα τοῦ ξαδέλφου μου, τὴν εὕρεση τῆς εἰκόνας καὶ σεῖς θελήσατε νὰ δεῖτε τὸν ἀδελφό μου καὶ νὰ τὸν εὐλογήσετε. Νὰ ξέρατε τότε, Σεβασμιώτατε, τί κουράγιο καὶ δύναμη μᾶς δίνατε, ὅταν μᾶς εἴπατε ὅτι: «Ἀφοῦ θέλησε ὁ Ταξιάρχης νὰ τὸν πάρει ὑπὸ τὴν προστασία Του, μὴ φοβάστε, εἶναι μεγάλη εὐλογία καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλά. Μόνο μὴ χάνετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ προσεύχεστε ζεστά, μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σας. Ὁ Κύριος πάντοτε ἀνταποκρίνεται στὶς θερμὲς μεσιτεῖες τοῦ Ἀρχαγγέλου Του». Τὰ λόγια Σᾶς αὐτά, Σεβασμιώτατε, ἦταν μιὰ ἀκόμη ἐπιβεβαίωση τῶν θαυμάτων τοῦ Ταξιάρχη, ποὺ κάθε μέρα διαβάζαμε καὶ ξαναδιαβάζαμε. Ἡ παρουσία Σᾶς αὐτή, στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς μας, ἦταν εὐεργετική. Σᾶς εὐχαριστοῦμε πάρα πολὺ μέσα ἀπ’ τὴν καρδιά μας, γιὰ ὅλα.
«Παιδί μου», ψέλλισε συγκινημένος ὁ Δεσπότης μας, «ἐμεῖς δὲν κάναμε τίποτα, ἐνώσαμε τὶς προσευχές μας, ὅπως εἴχαμε ὑποχρέωση, μαζὶ μὲ τὶς δικές σας. Ὁ Κύριος πάντοτε δίνει ὅ,τι τοῦ ζητοῦνε, μὲ ἀληθινὴ πίστη, ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή! Καὶ ἡ δική σας ἡ πίστη, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐπιμονὴ ἦταν πράγματι ὑποδειγματική. Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται (Ματθ. ζ' 8)».
—Σεβασμιώτατε, παρὰ λίγο νὰ τὸ ξεχάσω, εἶπε ἡ Ἑλένη. Ὁ Ἀρχάγγελος ἔκαμε καὶ δεύτερο θαῦμα!
—Τι παιδί μου;
—Η Ἑλένη Μαϊοράνου, ἦταν Πεντηκοστιανή. Λέω ἦταν, γιατί τώρα δὲν εἶναι. Ὁ Ταξιάρχης, μὲ τὶς ἐπεμβάσεις Του, τὴν ἔκανε ὀρθόδοξη!!!
Ἦταν ἀποκλειστική του ἀδελφοῦ μου, μέσα στὴν ἐντατική. Σὰν Πεντηκοστιανὴ δὲν πίστευε στὶς εἰκόνες καὶ ἑπομένως οὔτε καὶ στὴν εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχη, ποὺ βρήκαμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Νοσοκομείου. «Μὴ πιστεύετε», μᾶς ἔλεγε συνεχῶς, «μὴ πιστεύετε σὲ θαύματα καὶ μάλιστα θαύματα ἀπὸ εἰκόνες ἅγιων. Δὲν γίνονται τέτοια πράγματα».
Ὅταν ὅμως ἔβλεπε ἀργότερα, τὴν ἐξέλιξη τῆς ὑγείας τοῦ Διονύση, κλονίστηκε καὶ μᾶς εἶπε: «Ἂν πράγματι γίνει καλὰ ἐντελῶς ὁ Διονύσης, θὰ πάω στὸν Μανταμάδο, στὸν Ταξιάρχη, στὴ θαυμαστή Του εἰκόνα καὶ τὸ δικό μου παιδί»! Τὸ παιδὶ τῆς εἶχε κάποια ἄγνωστη ἀσθένεια. Φύγαμε ἀπὸ τὸ Νοσοκομεῖο καὶ σὲ δυὸ μῆνες ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπισκεφτοῦμε πάλι γιὰ ἀξονικὴ ἐξέταση. Ὅταν ἀνεβήκαμε στὴν νευρολογικὴ χειρουργική του Νοσοκομείου, βρήκαμε τὴν Ἑλένη, τὴν ἀποκλειστική του Διονύση. Μόλις μᾶς εἶδε ἔμεινε ἄφωνη. Κάθισε γιὰ λίγο μαρμαρωμένη, σὰν νὰ ἔβλεπε φαντάσματα καὶ ἔπειτα ἔτρεξε κατεπάνω μας καὶ μᾶς ἀγκάλιασε ὅλους δακρυσμένη. «Τί κάνεις, Ἑλένη;» τὴ ρωτήσαμε. Ἐκείνη μᾶς παρέσυρε λίγο παράμερα καὶ μᾶς εἶπε: «Τώρα πίστευω, τώρα πιστεύω. Εἶναι πιὸ φωτεινὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο ὅτι ἐσεῖς ἔχετε δίκαιο, οἱ ὀρθόδοξοι. Ἀκοῦστε τί ἔχω νὰ σᾶς πῶ: Χθὲς τὴ νύχτα εἶδα στὸ ὄνειρό μου, ὅτι βρισκόμουν σὲ μιὰ γαληνεμένη θάλασσα καὶ ἦρθε καὶ μὲ συνάντησε κάποιος νέος, ὡραῖος καὶ μελαψὸς καὶ μοῦ λέγει: "Πήγαινε αὔριο στὴ νευρολογικὴ χειρουργική του Νοσοκομείου νὰ δεῖς καὶ νὰ πιστέψεις. Σοῦ ἔχω μιὰ μεγάλη ἔκπληξη". Εἶμαι ἐδῶ ἀπὸ τὸ πρωί, γιατί πίστευα ὅτι αὐτὸς πού μου μίλησε στὸ ὄνειρό μου ἦταν ὁ Ταξιάρχης! Καὶ νὰ ποὺ βλέπω τὸ Διονύση μᾶς ἀναστημένο! Γιατί, γιὰ νεκρανάσταση πρόκειται. Ποτέ, μὰ ποτὲ δὲν πίστευα ὅτι τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει καλὰ καὶ μάλιστα μὲ τέτοια διαύγεια τοῦ νοῦ ἔπειτα ἀπὸ τέτοια κάκωση ποὺ εἶχε στὸν ἐγκέφαλό του. Αὐτὸ εἶναι πράγματι ἕνα θαῦμα, ἕνα ἀληθινὸ θαῦμα τοῦ Ταξιάρχη! Τώρα πιστεύω καὶ μετανοιώνω ποὺ τόσα χρόνια ἤμουν σὲ τόση πλάνη!!! Μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία θὰ πάω νὰ προσκυνήσω τὴν θαυμαστὴ εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ καὶ νὰ Τοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσει».
—Ξέρετε, Σεβασμιώτατε, —μίλησε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Διονύσης—, ἂν οἱ δικοί μου χαίρονται, τόσο πολύ, γιὰ τὴ θεραπεία μου, ἄλλο τόσο ἐγὼ χαίρομαι γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τῆς κ. Ἑλένης. Εἶναι μιὰ ἀξιαγάπητη κυρία καὶ σωστὸς ἄνθρωπος. Εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος, ποὺ ἐξ αἰτίας τοῦ ἀτυχήματός μου σώθηκε μιὰ ψυχή. «Οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ», ὅπως ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας. Δόξα σοὶ ὁ Θεός!
Ὁ Σεβασμιώτατος σηκώθηκε. Πλησίασε τὸν Διονύση ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τῶν δικῶν τοῦ εἶχε σηκωθεῖ. Τὸν ἀσπάσθηκε σταυρωτὰ καὶ ἄφησε νὰ ἀκουμπήσει τὸ κεφάλι τοῦ νέου στὸν ἀριστερό του ὦμο, χτυπώντας χαϊδευτικὰ τὴν πλάτη του. Εἶχαν δακρύσει καὶ οἱ δυό τους καὶ ἡ συγκίνηση αὐτὴ εἶχε ἁπλωθεῖ παντοῦ μέσα στὸ χῶρο τοῦ Γραφείου τοῦ Ναοῦ καὶ μᾶς συνεπῆρε ὅλους. Ἔπειτα, δειλὰ-δειλὰ καὶ ἄχρωμα στὴν ἀρχή, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου: «Τῶν οὐρανίων Στρατιῶν Ἀρχιστράτηγε...» Τὸν ἀκολουθήσαμε ὅλοι μαζὶ συγκινημένοι...
Ἁγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου
Τεῦχος 7
Μάρτιος - Μάιος 1990